Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ξαφνιάζω — to surprise; to startle

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ξαφνιάζω — to surprise; to startle.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξαφνιάζω ξαφνιάζομαι
εσύ — you ξαφνιάζεις ξαφνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξαφνιάζει ξαφνιάζεται
εμείς — we ξαφνιάζουμε, ξαφνιάζομε ξαφνιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ξαφνιάζετε ξαφνιάζεστε, ξαφνιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξαφνιάζουν(ε) ξαφνιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξάφνιαζα ξαφνιαζόμουν(α)
εσύ — you ξάφνιαζες ξαφνιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξάφνιαζε ξαφνιαζόταν(ε)
εμείς — we ξαφνιάζαμε ξαφνιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ξαφνιάζατε ξαφνιαζόσαστε, ξαφνιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξάφνιαζαν, ξαφνιάζαν(ε) ξαφνιάζονταν, ξαφνιαζόντανε, ξαφνιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξάφνιασα ξαφνιάστηκα
εσύ — you ξάφνιασες ξαφνιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξάφνιασε ξαφνιάστηκε
εμείς — we ξαφνιάσαμε ξαφνιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ξαφνιάσατε ξαφνιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξάφνιασαν, ξαφνιάσαν(ε) ξαφνιάστηκαν, ξαφνιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ξαφνιάσει έχω ξαφνιαστεί
εσύ — you έχεις ξαφνιάσει έχεις ξαφνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ξαφνιάσει έχει ξαφνιαστεί
εμείς — we έχουμε ξαφνιάσει έχουμε ξαφνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ξαφνιάσει έχετε ξαφνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ξαφνιάσει έχουν ξαφνιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ξαφνιάσει είχα ξαφνιαστεί
εσύ — you είχες ξαφνιάσει είχες ξαφνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ξαφνιάσει είχε ξαφνιαστεί
εμείς — we είχαμε ξαφνιάσει είχαμε ξαφνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ξαφνιάσει είχατε ξαφνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ξαφνιάσει είχαν ξαφνιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξαφνιάζω θα ξαφνιάζομαι
εσύ — you θα ξαφνιάζεις θα ξαφνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξαφνιάζει θα ξαφνιάζεται
εμείς — we θα ξαφνιάζουμε, θα ξαφνιάζομε θα ξαφνιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ξαφνιάζετε θα ξαφνιάζεστε, θα ξαφνιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξαφνιάζουν(ε) θα ξαφνιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξαφνιάσω θα ξαφνιαστώ
εσύ — you θα ξαφνιάσεις θα ξαφνιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξαφνιάσει θα ξαφνιαστεί
εμείς — we θα ξαφνιάσουμε, θα ξαφνιάσομε θα ξαφνιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ξαφνιάσετε θα ξαφνιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξαφνιάσουν(ε) θα ξαφνιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ξαφνιάσει θα έχω ξαφνιαστεί
εσύ — you θα έχεις ξαφνιάσει θα έχεις ξαφνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ξαφνιάσει θα έχει ξαφνιαστεί
εμείς — we θα έχουμε ξαφνιάσει θα έχουμε ξαφνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ξαφνιάσει θα έχετε ξαφνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ξαφνιάσει θα έχουν ξαφνιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξαφνιάζω να ξαφνιάζομαι
εσύ — you να ξαφνιάζεις να ξαφνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξαφνιάζει να ξαφνιάζεται
εμείς — we να ξαφνιάζουμε, να ξαφνιάζομε να ξαφνιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ξαφνιάζετε να ξαφνιάζεστε, να ξαφνιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξαφνιάζουν(ε) να ξαφνιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξαφνιάσω να ξαφνιαστώ
εσύ — you να ξαφνιάσεις να ξαφνιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξαφνιάσει να ξαφνιαστεί
εμείς — we να ξαφνιάσουμε, να ξαφνιάσομε να ξαφνιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ξαφνιάσετε να ξαφνιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξαφνιάσουν(ε) να ξαφνιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ξαφνιάσει να έχω ξαφνιαστεί
εσύ — you να έχεις ξαφνιάσει να έχεις ξαφνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ξαφνιάσει να έχει ξαφνιαστεί
εμείς — we να έχουμε ξαφνιάσει να έχουμε ξαφνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ξαφνιάσει να έχετε ξαφνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ξαφνιάσει να έχουν ξαφνιαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ξάφνιαζε ξαφνιάζετε — —
Simple ξάφνιασε ξαφνιάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ξαφνιάζω causes surprise or a sudden start, which need not involve fear. Ξαφνιάζομαι means to be surprised or startled.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η είδηση με ξάφνιασε.

The news surprised me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξαφνιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksafniazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ksafniazo/