κλείνω (kleino) — to close; to shut

Everyday Greek · Core 100

κλείνω: core forms & usage

to close; to book

Κλείνω can mean closing something or making a booking. The aorist is έκλεισα; the simple future is θα κλείσω.

Κλείνω ένα τραπέζι για δύο.

I book a table for two.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iκλείνω
you (singular)κλείνεις
he / she / itκλείνει
weκλείνουμε, κλείνομε
you (plural or polite)κλείνετε
theyκλείνουν, κλείνουνε

Imperfect

PersonForms
Iέκλεινα
you (singular)έκλεινες
he / she / itέκλεινε
weκλείναμε
you (plural or polite)κλείνατε
theyέκλειναν, κλείναν, κλείνανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iέκλεισα
you (singular)έκλεισες
he / she / itέκλεισε
weκλείσαμε
you (plural or polite)κλείσατε
theyέκλεισαν, κλείσαν, κλείσανε

Simple future

PersonForms
Iθα κλείσω
you (singular)θα κλείσεις
he / she / itθα κλείσει
weθα κλείσουμε, θα κλείσομε
you (plural or polite)θα κλείσετε
theyθα κλείσουν

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Κλείνω την πόρτα.

I am closing the door.

Κλείνω often means close or shut, but can also mean book or reserve. Κλείνω ένα δωμάτιο means “I book a room”. The object helps you choose the English meaning.

Compare the meanings: ανοίγω (anoigo) — to open

κλείνω — to close; to shut.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλείνω κλείνομαι
εσύ — you κλείνεις κλείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλείνει κλείνεται
εμείς — we κλείνουμε, κλείνομε κλεινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κλείνετε κλείνεστε, κλεινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλείνουν(ε) κλείνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλεινα κλεινόμουν(α)
εσύ — you έκλεινες κλεινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλεινε κλεινόταν(ε)
εμείς — we κλείναμε κλεινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κλείνατε κλεινόσαστε, κλεινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλειναν, κλείναν(ε) κλείνονταν, κλεινόντανε, κλεινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλεισα κλείστηκα
εσύ — you έκλεισες κλείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλεισε κλείστηκε
εμείς — we κλείσαμε κλειστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κλείσατε κλειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλεισαν, κλείσαν(ε) κλείστηκαν, κλειστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κλείσει έχω κλειστεί
εσύ — you έχεις κλείσει έχεις κλειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κλείσει έχει κλειστεί
εμείς — we έχουμε κλείσει έχουμε κλειστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κλείσει έχετε κλειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κλείσει έχουν κλειστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κλείσει είχα κλειστεί
εσύ — you είχες κλείσει είχες κλειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κλείσει είχε κλειστεί
εμείς — we είχαμε κλείσει είχαμε κλειστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κλείσει είχατε κλειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κλείσει είχαν κλειστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλείνω θα κλείνομαι
εσύ — you θα κλείνεις θα κλείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλείνει θα κλείνεται
εμείς — we θα κλείνουμε, θα κλείνομε θα κλεινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κλείνετε θα κλείνεστε, θα κλεινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλείνουν(ε) θα κλείνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλείσω θα κλειστώ
εσύ — you θα κλείσεις θα κλειστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλείσει θα κλειστεί
εμείς — we θα κλείσουμε, θα κλείσομε θα κλειστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κλείσετε θα κλειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλείσουν θα κλειστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κλείσει θα έχω κλειστεί
εσύ — you θα έχεις κλείσει θα έχεις κλειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κλείσει θα έχει κλειστεί
εμείς — we θα έχουμε κλείσει θα έχουμε κλειστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κλείσει θα έχετε κλειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κλείσει θα έχουν κλειστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλείνω να κλείνομαι
εσύ — you να κλείνεις να κλείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλείνει να κλείνεται
εμείς — we να κλείνουμε να κλεινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κλείνετε να κλείνεστε, να κλεινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλείνουν να κλείνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλείσω να κλειστώ
εσύ — you να κλείσεις να κλειστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλείσει να κλειστεί
εμείς — we να κλείσουμε να κλειστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κλείσετε να κλειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλείσουν να κλειστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κλείσει να έχω κλειστεί
εσύ — you να έχεις κλείσει να έχεις κλειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κλείσει να έχει κλειστεί
εμείς — we να έχουμε κλείσει να έχουμε κλειστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κλείσει να έχετε κλειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κλείσει να έχουν κλειστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κλείνε κλείνετε — —
Simple κλείσε κλείστε κλείσου κλειστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κλείνω can mean to close or shut; in other contexts it means to book, arrange, or turn something off. Κλείνομαι can mean to shut oneself in. Learned κλείω is a separate present-stem variant, not mixed into these tables.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έκλεισα το παράθυρο.

I closed the window.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κλείνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kleino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /kleino/