Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ξύνω — to scratch; passive variant ξύστηκα

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ξύνω — to scratch; passive variant ξύστηκα.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξύνω ξύνομαι
εσύ — you ξύνεις ξύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξύνει ξύνεται
εμείς — we ξύνουμε, ξύνομε ξυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ξύνετε ξύνεστε, ξυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξύνουν(ε) ξύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έξυνα ξυνόμουν(α)
εσύ — you έξυνες ξυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έξυνε ξυνόταν(ε)
εμείς — we ξύναμε ξυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ξύνατε ξυνόσαστε, ξυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έξυναν, ξύναν(ε) ξύνονταν, ξυνόντανε, ξυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έξυσα ξύστηκα
εσύ — you έξυσες ξύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έξυσε ξύστηκε
εμείς — we ξύσαμε ξυστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ξύσατε ξυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έξυσαν, ξύσαν(ε) ξύστηκαν, ξυστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ξύσει έχω ξυστεί
εσύ — you έχεις ξύσει έχεις ξυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ξύσει έχει ξυστεί
εμείς — we έχουμε ξύσει έχουμε ξυστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ξύσει έχετε ξυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ξύσει έχουν ξυστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ξύσει είχα ξυστεί
εσύ — you είχες ξύσει είχες ξυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ξύσει είχε ξυστεί
εμείς — we είχαμε ξύσει είχαμε ξυστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ξύσει είχατε ξυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ξύσει είχαν ξυστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξύνω θα ξύνομαι
εσύ — you θα ξύνεις θα ξύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξύνει θα ξύνεται
εμείς — we θα ξύνουμε θα ξυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ξύνετε θα ξύνεστε, θα ξυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξύνουν θα ξύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξύσω θα ξυστώ
εσύ — you θα ξύσεις θα ξυστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξύσει θα ξυστεί
εμείς — we θα ξύσουμε θα ξυστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ξύσετε θα ξυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξύσουν θα ξυστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ξύσει θα έχω ξυστεί
εσύ — you θα έχεις ξύσει θα έχεις ξυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ξύσει θα έχει ξυστεί
εμείς — we θα έχουμε ξύσει θα έχουμε ξυστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ξύσει θα έχετε ξυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ξύσει θα έχουν ξυστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξύνω να ξύνομαι
εσύ — you να ξύνεις να ξύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξύνει να ξύνεται
εμείς — we να ξύνουμε να ξυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ξύνετε να ξύνεστε, να ξυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξύνουν να ξύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξύσω να ξυστώ
εσύ — you να ξύσεις να ξυστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξύσει να ξυστεί
εμείς — we να ξύσουμε να ξυστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ξύσετε να ξυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξύσουν να ξυστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ξύσει να έχω ξυστεί
εσύ — you να έχεις ξύσει να έχεις ξυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ξύσει να έχει ξυστεί
εμείς — we να έχουμε ξύσει να έχουμε ξυστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ξύσει να έχετε ξυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ξύσει να έχουν ξυστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ξύνε ξύνετε — —
Simple ξύσε ξύστε ξύσου ξυστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This page shows the ξύστηκα / ξυστώ / ξυστεί passive series. The alternative ξύθηκα / ξυθώ / ξυθεί is also standard.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ξύστηκα στο χέρι.

I scratched my arm.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksino39/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ksino39/