κλειδώνω (kleidono) — to lock

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κλειδώνω — to lock.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλειδώνω κλειδώνομαι
εσύ — you κλειδώνεις κλειδώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλειδώνει κλειδώνεται
εμείς — we κλειδώνουμε, κλειδώνομε κλειδωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κλειδώνετε κλειδώνεστε, κλειδωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλειδώνουν(ε) κλειδώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλείδωνα κλειδωνόμουν(α)
εσύ — you κλείδωνες κλειδωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλείδωνε κλειδωνόταν(ε)
εμείς — we κλειδώναμε κλειδωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κλειδώνατε κλειδωνόσαστε, κλειδωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλείδωναν, κλειδώναν(ε) κλειδώνονταν, κλειδωνόντανε, κλειδωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλείδωσα κλειδώθηκα
εσύ — you κλείδωσες κλειδώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλείδωσε κλειδώθηκε
εμείς — we κλειδώσαμε κλειδωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κλειδώσατε κλειδωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλείδωσαν, κλειδώσαν(ε) κλειδώθηκαν, κλειδωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κλειδώσει έχω κλειδωθεί
εσύ — you έχεις κλειδώσει έχεις κλειδωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κλειδώσει έχει κλειδωθεί
εμείς — we έχουμε κλειδώσει έχουμε κλειδωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κλειδώσει έχετε κλειδωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κλειδώσει έχουν κλειδωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κλειδώσει είχα κλειδωθεί
εσύ — you είχες κλειδώσει είχες κλειδωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κλειδώσει είχε κλειδωθεί
εμείς — we είχαμε κλειδώσει είχαμε κλειδωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κλειδώσει είχατε κλειδωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κλειδώσει είχαν κλειδωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλειδώνω θα κλειδώνομαι
εσύ — you θα κλειδώνεις θα κλειδώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλειδώνει θα κλειδώνεται
εμείς — we θα κλειδώνουμε, θα κλειδώνομε θα κλειδωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κλειδώνετε θα κλειδώνεστε, θα κλειδωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλειδώνουν(ε) θα κλειδώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλειδώσω θα κλειδωθώ
εσύ — you θα κλειδώσεις θα κλειδωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλειδώσει θα κλειδωθεί
εμείς — we θα κλειδώσουμε, θα κλειδώσομε θα κλειδωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κλειδώσετε θα κλειδωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλειδώσουν θα κλειδωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κλειδώσει θα έχω κλειδωθεί
εσύ — you θα έχεις κλειδώσει θα έχεις κλειδωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κλειδώσει θα έχει κλειδωθεί
εμείς — we θα έχουμε κλειδώσει θα έχουμε κλειδωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κλειδώσει θα έχετε κλειδωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κλειδώσει θα έχουν κλειδωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλειδώνω να κλειδώνομαι
εσύ — you να κλειδώνεις να κλειδώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλειδώνει να κλειδώνεται
εμείς — we να κλειδώνουμε, να κλειδώνομε να κλειδωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κλειδώνετε να κλειδώνεστε, να κλειδωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλειδώνουν(ε) να κλειδώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλειδώσω να κλειδωθώ
εσύ — you να κλειδώσεις να κλειδωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλειδώσει να κλειδωθεί
εμείς — we να κλειδώσουμε, να κλειδώσομε να κλειδωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κλειδώσετε να κλειδωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλειδώσουν(ε) να κλειδωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κλειδώσει να έχω κλειδωθεί
εσύ — you να έχεις κλειδώσει να έχεις κλειδωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κλειδώσει να έχει κλειδωθεί
εμείς — we να έχουμε κλειδώσει να έχουμε κλειδωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κλειδώσει να έχετε κλειδωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κλειδώσει να έχουν κλειδωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κλείδωνε κλειδώνετε — —
Simple κλείδωσε κλειδώστε κλειδώσου κλειδωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κλειδώνω describes locking; κλειδώνομαι can mean to lock oneself in or to be locked in. Κλειδωμένος describes a locked state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κλείδωσε την πόρτα.

Lock the door.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κλειδώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kleidono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kleidono/