κλέβομαι (klebomai) — to be stolen; to elope

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κλέβομαι — to be stolen; to elope.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλέβω κλέβομαι
εσύ — you κλέβεις κλέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλέβει κλέβεται
εμείς — we κλέβουμε, κλέβομε κλεβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κλέβετε κλέβεστε, κλεβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλέβουν(ε) κλέβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλεβα κλεβόμουν(α)
εσύ — you έκλεβες κλεβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλεβε κλεβόταν(ε)
εμείς — we κλέβαμε κλεβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κλέβατε κλεβόσαστε, κλεβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλεβαν, κλέβαν(ε) κλέβονταν, κλεβόντανε, κλεβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλεψα κλάπηκα
εσύ — you έκλεψες κλάπηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλεψε κλάπηκε
εμείς — we κλέψαμε κλαπήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κλέψατε κλαπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλεψαν, κλέψαν(ε) κλάπηκαν, κλαπήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κλέψει έχω κλαπεί
εσύ — you έχεις κλέψει έχεις κλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κλέψει έχει κλαπεί
εμείς — we έχουμε κλέψει έχουμε κλαπεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κλέψει έχετε κλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κλέψει έχουν κλαπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κλέψει είχα κλαπεί
εσύ — you είχες κλέψει είχες κλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κλέψει είχε κλαπεί
εμείς — we είχαμε κλέψει είχαμε κλαπεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κλέψει είχατε κλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κλέψει είχαν κλαπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλέβω θα κλέβομαι
εσύ — you θα κλέβεις θα κλέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλέβει θα κλέβεται
εμείς — we θα κλέβουμε, θα κλέβομε θα κλεβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κλέβετε θα κλέβεστε, θα κλεβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλέβουν(ε) θα κλέβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλέψω θα κλαπώ
εσύ — you θα κλέψεις θα κλαπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλέψει θα κλαπεί
εμείς — we θα κλέψουμε, θα κλέψομε θα κλαπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κλέψετε θα κλαπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλέψουν(ε) θα κλαπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κλέψει θα έχω κλαπεί
εσύ — you θα έχεις κλέψει θα έχεις κλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κλέψει θα έχει κλαπεί
εμείς — we θα έχουμε κλέψει θα έχουμε κλαπεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κλέψει θα έχετε κλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κλέψει θα έχουν κλαπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλέβω να κλέβομαι
εσύ — you να κλέβεις να κλέβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλέβει να κλέβεται
εμείς — we να κλέβουμε, να κλέβομε να κλεβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κλέβετε να κλέβεστε, να κλεβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλέβουν(ε) να κλέβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλέψω να κλαπώ
εσύ — you να κλέψεις να κλαπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλέψει να κλαπεί
εμείς — we να κλέψουμε, να κλέψομε να κλαπούμε
εσείς — you (plural / polite) να κλέψετε να κλαπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλέψουν(ε) να κλαπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κλέψει να έχω κλαπεί
εσύ — you να έχεις κλέψει να έχεις κλαπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κλέψει να έχει κλαπεί
εμείς — we να έχουμε κλέψει να έχουμε κλαπεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κλέψει να έχετε κλαπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κλέψει να έχουν κλαπεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κλέβε κλέβετε — —
Simple κλέψε κλέψτε, κλέφτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • For stolen property, κλάπηκε / κλαπεί are common in reports and formal writing; the tables show that series. Κλέφτηκα / κλεφτώ / κλεφτεί is another standard series, also used when people elope. Personal forms require an appropriate context.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το ποδήλατο κλάπηκε χθες.

The bicycle was stolen yesterday.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κλέβω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/klebomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /klebomai/