κλίνω (klino) — to lean; to inflect

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κλίνω — to lean; to inflect.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλίνω κλίνομαι
εσύ — you κλίνεις κλίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλίνει κλίνεται
εμείς — we κλίνουμε, κλίνομε κλινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κλίνετε κλίνεστε, κλινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλίνουν(ε) κλίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλινα κλινόμουν(α)
εσύ — you έκλινες κλινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλινε κλινόταν(ε)
εμείς — we κλίναμε κλινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κλίνατε κλινόσαστε, κλινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλιναν, κλίναν(ε) κλίνονταν, κλινόντανε, κλινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλινα κλίθηκα
εσύ — you έκλινες κλίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλινε κλίθηκε
εμείς — we κλίναμε κλιθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κλίνατε κλιθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλιναν, κλίναν(ε) κλίθηκαν, κλιθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κλίνει έχω κλιθεί
εσύ — you έχεις κλίνει έχεις κλιθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κλίνει έχει κλιθεί
εμείς — we έχουμε κλίνει έχουμε κλιθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κλίνει έχετε κλιθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κλίνει έχουν κλιθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κλίνει είχα κλιθεί
εσύ — you είχες κλίνει είχες κλιθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κλίνει είχε κλιθεί
εμείς — we είχαμε κλίνει είχαμε κλιθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κλίνει είχατε κλιθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κλίνει είχαν κλιθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλίνω θα κλίνομαι
εσύ — you θα κλίνεις θα κλίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλίνει θα κλίνεται
εμείς — we θα κλίνουμε, θα κλίνομε θα κλινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κλίνετε θα κλίνεστε, θα κλινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλίνουν(ε) θα κλίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλίνω θα κλιθώ
εσύ — you θα κλίνεις θα κλιθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλίνει θα κλιθεί
εμείς — we θα κλίνουμε, θα κλίνομε θα κλιθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κλίνετε θα κλιθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλίνουν(ε) θα κλιθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κλίνει θα έχω κλιθεί
εσύ — you θα έχεις κλίνει θα έχεις κλιθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κλίνει θα έχει κλιθεί
εμείς — we θα έχουμε κλίνει θα έχουμε κλιθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κλίνει θα έχετε κλιθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κλίνει θα έχουν κλιθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλίνω να κλίνομαι
εσύ — you να κλίνεις να κλίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλίνει να κλίνεται
εμείς — we να κλίνουμε, να κλίνομε να κλινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κλίνετε να κλίνεστε, να κλινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλίνουν(ε) να κλίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλίνω να κλιθώ
εσύ — you να κλίνεις να κλιθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλίνει να κλιθεί
εμείς — we να κλίνουμε, να κλίνομε να κλιθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κλίνετε να κλιθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλίνουν(ε) να κλιθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κλίνει να έχω κλιθεί
εσύ — you να έχεις κλίνει να έχεις κλιθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κλίνει να έχει κλιθεί
εμείς — we να έχουμε κλίνει να έχουμε κλιθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κλίνει να έχετε κλιθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κλίνει να έχουν κλιθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κλίνε κλίνετε — —
Simple κλίνε κλίνετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κλίνω can mean to lean or incline; in grammar it means to inflect a word. It differs from κλείνω (close). Active aspect forms coincide; context distinguishes them. Κεκλιμένος is a learned adjective, as in κεκλιμένο επίπεδο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η λέξη κλίνεται όπως το παιδί.

The word is inflected like παιδί.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κλίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/klino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /klino/