φτύνω (ftuno) — to spit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φτύνω — to spit.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φτύνω φτύνομαι
εσύ — you φτύνεις φτύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φτύνει φτύνεται
εμείς — we φτύνουμε, φτύνομε φτυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φτύνετε φτύνεστε, φτυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φτύνουν(ε) φτύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφτυνα φτυνόμουν(α)
εσύ — you έφτυνες φτυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφτυνε φτυνόταν(ε)
εμείς — we φτύναμε φτυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φτύνατε φτυνόσαστε, φτυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφτυναν, φτύναν(ε) φτύνονταν, φτυνόντανε, φτυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφτυσα φτύστηκα
εσύ — you έφτυσες φτύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφτυσε φτύστηκε
εμείς — we φτύσαμε φτυστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φτύσατε φτυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφτυσαν, φτύσαν(ε) φτύστηκαν, φτυστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φτύσει έχω φτυστεί
εσύ — you έχεις φτύσει έχεις φτυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φτύσει έχει φτυστεί
εμείς — we έχουμε φτύσει έχουμε φτυστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φτύσει έχετε φτυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φτύσει έχουν φτυστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φτύσει είχα φτυστεί
εσύ — you είχες φτύσει είχες φτυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φτύσει είχε φτυστεί
εμείς — we είχαμε φτύσει είχαμε φτυστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φτύσει είχατε φτυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φτύσει είχαν φτυστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φτύνω θα φτύνομαι
εσύ — you θα φτύνεις θα φτύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φτύνει θα φτύνεται
εμείς — we θα φτύνουμε, θα φτύνομε θα φτυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φτύνετε θα φτύνεστε, θα φτυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φτύνουν(ε) θα φτύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φτύσω θα φτυστώ
εσύ — you θα φτύσεις θα φτυστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φτύσει θα φτυστεί
εμείς — we θα φτύσουμε, θα φτύσομε θα φτυστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φτύσετε θα φτυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φτύσουν θα φτυστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φτύσει θα έχω φτυστεί
εσύ — you θα έχεις φτύσει θα έχεις φτυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φτύσει θα έχει φτυστεί
εμείς — we θα έχουμε φτύσει θα έχουμε φτυστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φτύσει θα έχετε φτυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φτύσει θα έχουν φτυστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φτύνω να φτύνομαι
εσύ — you να φτύνεις να φτύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φτύνει να φτύνεται
εμείς — we να φτύνουμε να φτυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φτύνετε να φτύνεστε, να φτυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φτύνουν να φτύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φτύσω να φτυστώ
εσύ — you να φτύσεις να φτυστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φτύσει να φτυστεί
εμείς — we να φτύσουμε να φτυστούμε
εσείς — you (plural / polite) να φτύσετε να φτυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φτύσουν να φτυστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φτύσει να έχω φτυστεί
εσύ — you να έχεις φτύσει να έχεις φτυστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φτύσει να έχει φτυστεί
εμείς — we να έχουμε φτύσει να έχουμε φτυστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φτύσει να έχετε φτυστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φτύσει να έχουν φτυστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φτύνε φτύνετε — —
Simple φτύσε φτύστε φτύσου φτυστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active means to spit; the passive means to be spat on. Figurative uses can express contempt.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έφτυσε το κουκούτσι.

He spat out the stone.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φτύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ftuno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ftuno/