φυλακίζω (fulakizo) — to imprison

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φυλακίζω — to imprison.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φυλακίζω φυλακίζομαι
εσύ — you φυλακίζεις φυλακίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φυλακίζει φυλακίζεται
εμείς — we φυλακίζουμε, φυλακίζομε φυλακιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φυλακίζετε φυλακίζεστε, φυλακιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φυλακίζουν(ε) φυλακίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φυλάκιζα φυλακιζόμουν(α)
εσύ — you φυλάκιζες φυλακιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φυλάκιζε φυλακιζόταν(ε)
εμείς — we φυλακίζαμε φυλακιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φυλακίζατε φυλακιζόσαστε, φυλακιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φυλάκιζαν, φυλακίζαν(ε) φυλακίζονταν, φυλακιζόντανε, φυλακιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φυλάκισα φυλακίστηκα
εσύ — you φυλάκισες φυλακίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φυλάκισε φυλακίστηκε
εμείς — we φυλακίσαμε φυλακιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φυλακίσατε φυλακιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φυλάκισαν, φυλακίσαν(ε) φυλακίστηκαν, φυλακιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φυλακίσει έχω φυλακιστεί
εσύ — you έχεις φυλακίσει έχεις φυλακιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φυλακίσει έχει φυλακιστεί
εμείς — we έχουμε φυλακίσει έχουμε φυλακιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φυλακίσει έχετε φυλακιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φυλακίσει έχουν φυλακιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φυλακίσει είχα φυλακιστεί
εσύ — you είχες φυλακίσει είχες φυλακιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φυλακίσει είχε φυλακιστεί
εμείς — we είχαμε φυλακίσει είχαμε φυλακιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φυλακίσει είχατε φυλακιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φυλακίσει είχαν φυλακιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φυλακίζω θα φυλακίζομαι
εσύ — you θα φυλακίζεις θα φυλακίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φυλακίζει θα φυλακίζεται
εμείς — we θα φυλακίζουμε, θα φυλακίζομε θα φυλακιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φυλακίζετε θα φυλακίζεστε, θα φυλακιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φυλακίζουν(ε) θα φυλακίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φυλακίσω θα φυλακιστώ
εσύ — you θα φυλακίσεις θα φυλακιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φυλακίσει θα φυλακιστεί
εμείς — we θα φυλακίσουμε, θα φυλακίσομε θα φυλακιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φυλακίσετε θα φυλακιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φυλακίσουν(ε) θα φυλακιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φυλακίσει θα έχω φυλακιστεί
εσύ — you θα έχεις φυλακίσει θα έχεις φυλακιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φυλακίσει θα έχει φυλακιστεί
εμείς — we θα έχουμε φυλακίσει θα έχουμε φυλακιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φυλακίσει θα έχετε φυλακιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φυλακίσει θα έχουν φυλακιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φυλακίζω να φυλακίζομαι
εσύ — you να φυλακίζεις να φυλακίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φυλακίζει να φυλακίζεται
εμείς — we να φυλακίζουμε, να φυλακίζομε να φυλακιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φυλακίζετε να φυλακίζεστε, να φυλακιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φυλακίζουν(ε) να φυλακίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φυλακίσω να φυλακιστώ
εσύ — you να φυλακίσεις να φυλακιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φυλακίσει να φυλακιστεί
εμείς — we να φυλακίσουμε, να φυλακίσομε να φυλακιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να φυλακίσετε να φυλακιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φυλακίσουν(ε) να φυλακιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φυλακίσει να έχω φυλακιστεί
εσύ — you να έχεις φυλακίσει να έχεις φυλακιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φυλακίσει να έχει φυλακιστεί
εμείς — we να έχουμε φυλακίσει να έχουμε φυλακιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φυλακίσει να έχετε φυλακιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φυλακίσει να έχουν φυλακιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φυλάκιζε φυλακίζετε — —
Simple φυλάκισε φυλακίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φυλακίζομαι means to be imprisoned. Είμαι φυλακισμένος describes the state of being in prison; έχω φυλακιστεί refers to having been imprisoned.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Φυλακίστηκε για τρία χρόνια.

He was imprisoned for three years.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φυλακίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fulakizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fulakizo/