φυλάω (fulao) — to guard; to keep safe

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φυλάω — to guard; to keep safe.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φυλάω (φυλάγω) φυλάγομαι
εσύ — you φυλάς (φυλάγεις) φυλάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φυλάει (φυλάγει) φυλάγεται
εμείς — we φυλάμε (φυλάγουμε, φυλάγομε) φυλαγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φυλάτε (φυλάγετε) φυλάγεστε, φυλαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φυλάν(ε) (φυλάγουν(ε)) φυλάγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φύλαγα φυλαγόμουν(α)
εσύ — you φύλαγες φυλαγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φύλαγε φυλαγόταν(ε)
εμείς — we φυλάγαμε φυλαγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φυλάγατε φυλαγόσαστε, φυλαγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φύλαγαν, φυλάγαν(ε) φυλάγονταν, φυλαγόντανε, φυλαγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φύλαξα φυλάχτηκα
εσύ — you φύλαξες φυλάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φύλαξε φυλάχτηκε
εμείς — we φυλάξαμε φυλαχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φυλάξατε φυλαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φύλαξαν, φυλάξαν(ε) φυλάχτηκαν, φυλαχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φυλάξει έχω φυλαχτεί
εσύ — you έχεις φυλάξει έχεις φυλαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φυλάξει έχει φυλαχτεί
εμείς — we έχουμε φυλάξει έχουμε φυλαχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φυλάξει έχετε φυλαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φυλάξει έχουν φυλαχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φυλάξει είχα φυλαχτεί
εσύ — you είχες φυλάξει είχες φυλαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φυλάξει είχε φυλαχτεί
εμείς — we είχαμε φυλάξει είχαμε φυλαχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φυλάξει είχατε φυλαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φυλάξει είχαν φυλαχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φυλάω (θα φυλάγω) θα φυλάγομαι
εσύ — you θα φυλάς (θα φυλάγεις) θα φυλάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φυλάει (θα φυλάγει) θα φυλάγεται
εμείς — we θα φυλάμε, θα φυλάγουμε, θα φυλάγομε θα φυλαγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φυλάτε (θα φυλάγετε) θα φυλάγεστε, θα φυλαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φυλάν(ε) (θα φυλάγουν(ε)) θα φυλάγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φυλάξω θα φυλαχτώ
εσύ — you θα φυλάξεις θα φυλαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φυλάξει θα φυλαχτεί
εμείς — we θα φυλάξουμε, θα φυλάξομε θα φυλαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φυλάξετε θα φυλαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φυλάξουν(ε) θα φυλαχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φυλάξει θα έχω φυλαχτεί
εσύ — you θα έχεις φυλάξει θα έχεις φυλαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φυλάξει θα έχει φυλαχτεί
εμείς — we θα έχουμε φυλάξει θα έχουμε φυλαχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φυλάξει θα έχετε φυλαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φυλάξει θα έχουν φυλαχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φυλάω (να φυλάγω) να φυλάγομαι
εσύ — you να φυλάς (να φυλάγεις) να φυλάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φυλάει (να φυλάγει) να φυλάγεται
εμείς — we να φυλάμε (να φυλάγουμε, να φυλάγομε) να φυλαγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φυλάτε (να φυλάγετε) να φυλάγεστε, να φυλαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φυλάν(ε) (να φυλάγουν(ε)) να φυλάγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φυλάξω να φυλαχτώ
εσύ — you να φυλάξεις να φυλαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φυλάξει να φυλαχτεί
εμείς — we να φυλάξουμε, να φυλάξομε να φυλαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να φυλάξετε να φυλαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φυλάξουν(ε) να φυλαχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φυλάξει να έχω φυλαχτεί
εσύ — you να έχεις φυλάξει να έχεις φυλαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φυλάξει να έχει φυλαχτεί
εμείς — we να έχουμε φυλάξει να έχουμε φυλαχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φυλάξει να έχετε φυλαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φυλάξει να έχουν φυλαχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φύλα, φύλαγε φυλάτε, φυλάγετε — —
Simple φύλαξε φυλάξτε φυλάξου φυλαχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φυλάω and φυλάγω are variants. Φυλάγομαι can mean to protect oneself or be on guard; Φυλάξου! means Watch out!
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Φύλαξε τα κλειδιά σε ασφαλές μέρος.

Keep the keys in a safe place.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φυλάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fulao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fulao/