φτιάχνω (ftiaxno) — to make; to fix

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φτιάχνω — to make; to fix.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φτιάχνω φτιάχνομαι
εσύ — you φτιάχνεις φτιάχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φτιάχνει φτιάχνεται
εμείς — we φτιάχνουμε, φτιάχνομε φτιαχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φτιάχνετε φτιάχνεστε, φτιαχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φτιάχνουν(ε) φτιάχνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφτιαχνα φτιαχνόμουν(α)
εσύ — you έφτιαχνες φτιαχνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφτιαχνε φτιαχνόταν(ε)
εμείς — we φτιάχναμε φτιαχνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φτιάχνατε φτιαχνόσαστε, φτιαχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφτιαχναν, φτιάχναν(ε) φτιάχνονταν, φτιαχνόντανε, φτιαχνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφτιαξα φτιάχτηκα
εσύ — you έφτιαξες φτιάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφτιαξε φτιάχτηκε
εμείς — we φτιάξαμε φτιαχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φτιάξατε φτιαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφτιαξαν, φτιάξαν(ε) φτιάχτηκαν, φτιαχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φτιάξει έχω φτιαχτεί
εσύ — you έχεις φτιάξει έχεις φτιαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φτιάξει έχει φτιαχτεί
εμείς — we έχουμε φτιάξει έχουμε φτιαχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φτιάξει έχετε φτιαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φτιάξει έχουν φτιαχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φτιάξει είχα φτιαχτεί
εσύ — you είχες φτιάξει είχες φτιαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φτιάξει είχε φτιαχτεί
εμείς — we είχαμε φτιάξει είχαμε φτιαχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φτιάξει είχατε φτιαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φτιάξει είχαν φτιαχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φτιάχνω θα φτιάχνομαι
εσύ — you θα φτιάχνεις θα φτιάχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φτιάχνει θα φτιάχνεται
εμείς — we θα φτιάχνουμε, θα φτιάχνομε θα φτιαχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φτιάχνετε θα φτιάχνεστε, θα φτιαχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φτιάχνουν(ε) θα φτιάχνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φτιάξω θα φτιαχτώ
εσύ — you θα φτιάξεις θα φτιαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φτιάξει θα φτιαχτεί
εμείς — we θα φτιάξουμε, θα φτιάξομε θα φτιαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φτιάξετε θα φτιαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φτιάξουν(ε) θα φτιαχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φτιάξει θα έχω φτιαχτεί
εσύ — you θα έχεις φτιάξει θα έχεις φτιαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φτιάξει θα έχει φτιαχτεί
εμείς — we θα έχουμε φτιάξει θα έχουμε φτιαχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φτιάξει θα έχετε φτιαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φτιάξει θα έχουν φτιαχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φτιάχνω να φτιάχνομαι
εσύ — you να φτιάχνεις να φτιάχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φτιάχνει να φτιάχνεται
εμείς — we να φτιάχνουμε, να φτιάχνομε να φτιαχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φτιάχνετε να φτιάχνεστε, να φτιαχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φτιάχνουν(ε) να φτιάχνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φτιάξω να φτιαχτώ
εσύ — you να φτιάξεις να φτιαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φτιάξει να φτιαχτεί
εμείς — we να φτιάξουμε, να φτιάξομε να φτιαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να φτιάξετε να φτιαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φτιάξουν(ε) να φτιαχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φτιάξει να έχω φτιαχτεί
εσύ — you να έχεις φτιάξει να έχεις φτιαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φτιάξει να έχει φτιαχτεί
εμείς — we να έχουμε φτιάξει να έχουμε φτιαχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φτιάξει να έχετε φτιαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φτιάξει να έχουν φτιαχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φτιάχνε φτιάχνετε — —
Simple φτιάξε φτιάξτε, φτιάχτε φτιάξου φτιαχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φτιάχνω can mean make, prepare, build, or repair. Its meaning depends on the object.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έφτιαξα καφέ.

I made coffee.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φτιάχνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ftiaxno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ftiaxno/