Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
σβήνω means to extinguish, erase, or switch off. Active forms can also mean to go out or fade.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | σβήνω | σβήνομαι |
| εσύ — you | σβήνεις | σβήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | σβήνει | σβήνεται |
| εμείς — we | σβήνουμε, σβήνομε | σβηνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | σβήνετε | σβήνεστε, σβηνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | σβήνουν(ε) | σβήνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έσβηνα | σβηνόμουν(α) |
| εσύ — you | έσβηνες | σβηνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έσβηνε | σβηνόταν(ε) |
| εμείς — we | σβήναμε | σβηνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | σβήνατε | σβηνόσαστε, σβηνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έσβηναν, σβήναν(ε) | σβήνονταν, σβηνόντανε, σβηνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έσβησα | σβήστηκα |
| εσύ — you | έσβησες | σβήστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έσβησε | σβήστηκε |
| εμείς — we | σβήσαμε | σβηστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | σβήσατε | σβηστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έσβησαν, σβήσαν(ε) | σβήστηκαν, σβηστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω σβήσει | έχω σβηστεί |
| εσύ — you | έχεις σβήσει | έχεις σβηστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει σβήσει | έχει σβηστεί |
| εμείς — we | έχουμε σβήσει | έχουμε σβηστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε σβήσει | έχετε σβηστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν σβήσει | έχουν σβηστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα σβήσει | είχα σβηστεί |
| εσύ — you | είχες σβήσει | είχες σβηστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε σβήσει | είχε σβηστεί |
| εμείς — we | είχαμε σβήσει | είχαμε σβηστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε σβήσει | είχατε σβηστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν σβήσει | είχαν σβηστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα σβήνω | θα σβήνομαι |
| εσύ — you | θα σβήνεις | θα σβήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα σβήνει | θα σβήνεται |
| εμείς — we | θα σβήνουμε, θα σβήνομε | θα σβηνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα σβήνετε | θα σβήνεστε, θα σβηνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα σβήνουν(ε) | θα σβήνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα σβήσω | θα σβηστώ |
| εσύ — you | θα σβήσεις | θα σβηστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα σβήσει | θα σβηστεί |
| εμείς — we | θα σβήσουμε, θα σβήσομε | θα σβηστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα σβήσετε | θα σβηστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα σβήσουν | θα σβηστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω σβήσει | θα έχω σβηστεί |
| εσύ — you | θα έχεις σβήσει | θα έχεις σβηστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει σβήσει | θα έχει σβηστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε σβήσει | θα έχουμε σβηστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε σβήσει | θα έχετε σβηστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν σβήσει | θα έχουν σβηστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να σβήνω | να σβήνομαι |
| εσύ — you | να σβήνεις | να σβήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να σβήνει | να σβήνεται |
| εμείς — we | να σβήνουμε | να σβηνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να σβήνετε | να σβήνεστε, να σβηνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να σβήνουν | να σβήνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να σβήσω | να σβηστώ |
| εσύ — you | να σβήσεις | να σβηστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να σβήσει | να σβηστεί |
| εμείς — we | να σβήσουμε | να σβηστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να σβήσετε | να σβηστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να σβήσουν | να σβηστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω σβήσει | να έχω σβηστεί |
| εσύ — you | να έχεις σβήσει | να έχεις σβηστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει σβήσει | να έχει σβηστεί |
| εμείς — we | να έχουμε σβήσει | να έχουμε σβηστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε σβήσει | να έχετε σβηστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν σβήσει | να έχουν σβηστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: σβήνε / σβήνετε.
Simple: σβήσε (εσύ); σβήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Σβήσε το φως.
Switch off the light.
Η φωτιά έσβησε.
The fire went out.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σβήνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sbino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/sbino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.