σειώ (seio) — to shake

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σειώ means to shake strongly or cause to tremble; its middle/passive means to shake or be shaken.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σειώ σειέμαι
εσύ — you σειείς σειέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σειεί σειέται
εμείς — we σειούμε σειόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σειείτε σειέστε, σειόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σειούν(ε) σειούνται, σειόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σειούσα σειόμουν(α)
εσύ — you σειούσες σειόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σειούσε σειόταν(ε)
εμείς — we σειούσαμε σειόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σειούσατε σειόσαστε, σειόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σειούσαν(ε) σειόνταν(ε), σειούνταν, σειόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσεισα σείστηκα
εσύ — you έσεισες σείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσεισε σείστηκε
εμείς — we σείσαμε σειστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σείσατε σειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσεισαν, σείσαν(ε) σείστηκαν, σειστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σείσει έχω σειστεί
εσύ — you έχεις σείσει έχεις σειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σείσει έχει σειστεί
εμείς — we έχουμε σείσει έχουμε σειστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σείσει έχετε σειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σείσει έχουν σειστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σείσει είχα σειστεί
εσύ — you είχες σείσει είχες σειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σείσει είχε σειστεί
εμείς — we είχαμε σείσει είχαμε σειστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σείσει είχατε σειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σείσει είχαν σειστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σειώ θα σειείμαι
εσύ — you θα σειείς θα σειείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σειεί θα σειέται
εμείς — we θα σειούμε θα σειόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σειείτε θα σειέστε, θα σειόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σειούν(ε) θα σειούνται, θα σειόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σείσω θα σειστώ
εσύ — you θα σείσεις θα σειστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σείσει θα σειστεί
εμείς — we θα σείσουμε, θα σείσομε θα σειστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σείσετε θα σειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σείσουν(ε) θα σειστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σείσει θα έχω σειστεί
εσύ — you θα έχεις σείσει θα έχεις σειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σείσει θα έχει σειστεί
εμείς — we θα έχουμε σείσει θα έχουμε σειστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σείσει θα έχετε σειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σείσει θα έχουν σειστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σειώ να σειέμαι
εσύ — you να σειείς να σειέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σειεί να σειείται
εμείς — we να σειούμε να σειόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σειείτε να σειέστε, να σειόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σειούν(ε) να σειούνται, να σειόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σείσω να σειστώ
εσύ — you να σείσεις να σειστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σείσει να σειστεί
εμείς — we να σείσουμε, να σείσομε να σειστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σείσετε να σειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σείσουν(ε) να σειστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σείσει να έχω σειστεί
εσύ — you να έχεις σείσει να έχεις σειστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σείσει να έχει σειστεί
εμείς — we να έχουμε σείσει να έχουμε σειστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σείσει να έχετε σειστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σείσει να έχουν σειστεί

Imperative · Προστακτική

Simple: σείσε (εσύ); σείστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • This entry shows the less usual contracted σειώ / σειείς series. The companion entry gives σείω / σείεις.

Η γη σείστηκε.

The ground shook.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σείω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/seio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /seio/