κεντάω (kentao) — to embroider

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κεντάω — to embroider.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κεντάω, κεντώ κεντιέμαι
εσύ — you κεντάς κεντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κεντάει, κεντά κεντιέται
εμείς — we κεντάμε, κεντούμε κεντιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κεντάτε κεντιέστε, κεντιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κεντάν(ε), κεντούν(ε) κεντιούνται, κεντιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κεντούσα, κένταγα κεντιόμουν(α)
εσύ — you κεντούσες, κένταγες κεντιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κεντούσε, κένταγε κεντιόταν(ε)
εμείς — we κεντούσαμε, κεντάγαμε κεντιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κεντούσατε, κεντάγατε κεντιόσαστε, κεντιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κεντούσαν(ε), κένταγαν, κεντάγανε κεντιόνταν(ε), κεντιούνταν, κεντιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κέντησα κεντήθηκα
εσύ — you κέντησες κεντήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κέντησε κεντήθηκε
εμείς — we κεντήσαμε κεντηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κεντήσατε κεντηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κέντησαν, κεντήσαν(ε) κεντήθηκαν, κεντηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κεντήσει έχω κεντηθεί
εσύ — you έχεις κεντήσει έχεις κεντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κεντήσει έχει κεντηθεί
εμείς — we έχουμε κεντήσει έχουμε κεντηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κεντήσει έχετε κεντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κεντήσει έχουν κεντηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κεντήσει είχα κεντηθεί
εσύ — you είχες κεντήσει είχες κεντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κεντήσει είχε κεντηθεί
εμείς — we είχαμε κεντήσει είχαμε κεντηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κεντήσει είχατε κεντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κεντήσει είχαν κεντηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κεντάω, θα κεντώ θα κεντιέμαι
εσύ — you θα κεντάς θα κεντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κεντάει, θα κεντά θα κεντιέται
εμείς — we θα κεντάμε, θα κεντούμε θα κεντιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κεντάτε θα κεντιέστε, θα κεντιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κεντάν(ε), θα κεντούν(ε) θα κεντιούνται, θα κεντιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κεντήσω θα κεντηθώ
εσύ — you θα κεντήσεις θα κεντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κεντήσει θα κεντηθεί
εμείς — we θα κεντήσουμε, θα κεντήσομε θα κεντηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κεντήσετε θα κεντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κεντήσουν(ε) θα κεντηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κεντήσει θα έχω κεντηθεί
εσύ — you θα έχεις κεντήσει θα έχεις κεντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κεντήσει θα έχει κεντηθεί
εμείς — we θα έχουμε κεντήσει θα έχουμε κεντηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κεντήσει θα έχετε κεντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κεντήσει θα έχουν κεντηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κεντάω, να κεντώ να κεντιέμαι
εσύ — you να κεντάς να κεντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κεντάει, να κεντά να κεντιέται
εμείς — we να κεντάμε, να κεντούμε να κεντιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κεντάτε να κεντιέστε, να κεντιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κεντάν(ε), να κεντούν(ε) να κεντιούνται, να κεντιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κεντήσω να κεντηθώ
εσύ — you να κεντήσεις να κεντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κεντήσει να κεντηθεί
εμείς — we να κεντήσουμε, να κεντήσομε να κεντηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κεντήσετε να κεντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κεντήσουν(ε) να κεντηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κεντήσει να έχω κεντηθεί
εσύ — you να έχεις κεντήσει να έχεις κεντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κεντήσει να έχει κεντηθεί
εμείς — we να έχουμε κεντήσει να έχουμε κεντηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κεντήσει να έχετε κεντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κεντήσει να έχουν κεντηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κέντα, κένταγε κεντάτε — —
Simple κέντησε κεντήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κεντάω / κεντώ means to embroider. Passive forms generally describe the cloth, design, or object being embroidered.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κέντησε ένα λουλούδι στο μαντίλι.

She embroidered a flower on the handkerchief.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κεντάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kentao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kentao/