κατηγορώ (katigoro) — to accuse; to blame

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κατηγορώ — to accuse; to blame.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατηγορώ κατηγορούμαι
εσύ — you κατηγορείς κατηγορείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατηγορεί κατηγορείται
εμείς — we κατηγορούμε κατηγορούμαστε
εσείς — you (plural / polite) κατηγορείτε κατηγορείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατηγορούν(ε) κατηγορούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατηγορούσα κατηγορούμουν
εσύ — you κατηγορούσες κατηγορούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατηγορούσε κατηγορούνταν, κατηγορείτο
εμείς — we κατηγορούσαμε κατηγορούμασταν
εσείς — you (plural / polite) κατηγορούσατε κατηγορούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατηγορούσαν(ε) κατηγορούνταν, κατηγορούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατηγόρησα κατηγορήθηκα
εσύ — you κατηγόρησες κατηγορήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατηγόρησε κατηγορήθηκε
εμείς — we κατηγορήσαμε κατηγορηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κατηγορήσατε κατηγορηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατηγόρησαν, κατηγορήσαν(ε) κατηγορήθηκαν, κατηγορηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κατηγορήσει έχω κατηγορηθεί
εσύ — you έχεις κατηγορήσει έχεις κατηγορηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κατηγορήσει έχει κατηγορηθεί
εμείς — we έχουμε κατηγορήσει έχουμε κατηγορηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κατηγορήσει έχετε κατηγορηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κατηγορήσει έχουν κατηγορηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κατηγορήσει είχα κατηγορηθεί
εσύ — you είχες κατηγορήσει είχες κατηγορηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κατηγορήσει είχε κατηγορηθεί
εμείς — we είχαμε κατηγορήσει είχαμε κατηγορηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κατηγορήσει είχατε κατηγορηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κατηγορήσει είχαν κατηγορηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατηγορώ θα κατηγορούμαι
εσύ — you θα κατηγορείς θα κατηγορείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατηγορεί θα κατηγορείται
εμείς — we θα κατηγορούμε θα κατηγορούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κατηγορείτε θα κατηγορείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατηγορούν(ε) θα κατηγορούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατηγορήσω θα κατηγορηθώ
εσύ — you θα κατηγορήσεις θα κατηγορηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατηγορήσει θα κατηγορηθεί
εμείς — we θα κατηγορήσουμε θα κατηγορηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κατηγορήσετε θα κατηγορηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατηγορήσουν(ε) θα κατηγορηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κατηγορήσει θα έχω κατηγορηθεί
εσύ — you θα έχεις κατηγορήσει θα έχεις κατηγορηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κατηγορήσει θα έχει κατηγορηθεί
εμείς — we θα έχουμε κατηγορήσει θα έχουμε κατηγορηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κατηγορήσει θα έχετε κατηγορηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κατηγορήσει θα έχουν κατηγορηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατηγορώ να κατηγορούμαι
εσύ — you να κατηγορείς να κατηγορείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατηγορεί να κατηγορείται
εμείς — we να κατηγορούμε να κατηγορούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κατηγορείτε να κατηγορείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατηγορούν(ε) να κατηγορούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατηγορήσω να κατηγορηθώ
εσύ — you να κατηγορήσεις να κατηγορηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατηγορήσει να κατηγορηθεί
εμείς — we να κατηγορήσουμε, να κατηγορήσομε να κατηγορηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κατηγορήσετε να κατηγορηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατηγορήσουν(ε) να κατηγορηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κατηγορήσει να έχω κατηγορηθεί
εσύ — you να έχεις κατηγορήσει να έχεις κατηγορηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κατηγορήσει να έχει κατηγορηθεί
εμείς — we να έχουμε κατηγορήσει να έχουμε κατηγορηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κατηγορήσει να έχετε κατηγορηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κατηγορήσει να έχουν κατηγορηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — κατηγορείτε — —
Simple κατηγόρησε κατηγορήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κατηγορώ κάποιον για κάτι means to accuse or blame someone for something. Κατηγορούμενος can also be a noun meaning a defendant; it does not imply guilt.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τον κατηγόρησαν για το λάθος.

They blamed him for the mistake.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατηγορώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katigoro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katigoro/