Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
κατηφορίζω — to go downhill; to head down.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
κατηφορίζω |
| εσύ — you |
κατηφορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
κατηφορίζει |
| εμείς — we |
κατηφορίζουμε, κατηφορίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
κατηφορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
κατηφορίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
κατηφόριζα |
| εσύ — you |
κατηφόριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
κατηφόριζε |
| εμείς — we |
κατηφορίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
κατηφορίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
κατηφόριζαν, κατηφορίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
κατηφόρισα |
| εσύ — you |
κατηφόρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
κατηφόρισε |
| εμείς — we |
κατηφορίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
κατηφορίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
κατηφόρισαν, κατηφορίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω κατηφορίσει |
| εσύ — you |
έχεις κατηφορίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει κατηφορίσει |
| εμείς — we |
έχουμε κατηφορίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε κατηφορίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν κατηφορίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα κατηφορίσει |
| εσύ — you |
είχες κατηφορίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε κατηφορίσει |
| εμείς — we |
είχαμε κατηφορίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε κατηφορίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν κατηφορίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα κατηφορίζω |
| εσύ — you |
θα κατηφορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα κατηφορίζει |
| εμείς — we |
θα κατηφορίζουμε, θα κατηφορίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα κατηφορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα κατηφορίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα κατηφορίσω |
| εσύ — you |
θα κατηφορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα κατηφορίσει |
| εμείς — we |
θα κατηφορίσουμε, θα κατηφορίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα κατηφορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα κατηφορίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω κατηφορίσει |
| εσύ — you |
θα έχεις κατηφορίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει κατηφορίσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε κατηφορίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε κατηφορίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν κατηφορίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να κατηφορίζω |
| εσύ — you |
να κατηφορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να κατηφορίζει |
| εμείς — we |
να κατηφορίζουμε, να κατηφορίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να κατηφορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να κατηφορίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να κατηφορίσω |
| εσύ — you |
να κατηφορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να κατηφορίσει |
| εμείς — we |
να κατηφορίσουμε, να κατηφορίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να κατηφορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να κατηφορίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω κατηφορίσει |
| εσύ — you |
να έχεις κατηφορίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει κατηφορίσει |
| εμείς — we |
να έχουμε κατηφορίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε κατηφορίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν κατηφορίσει |
Imperative · Προστακτική
κατηφόριζε / κατηφορίζετε
Simple: κατηφόρισε (εσύ); κατηφορίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Κατηφορίζω describes moving downhill or towards a lower place. The plural simple command is κατηφορίστε.
Κατηφορίσαμε προς την παραλία.
We headed downhill towards the beach.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατηφορίζω.