κατοικώ (katoiko) — to live; to reside

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κατοικώ — to live; to reside.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατοικώ —
εσύ — you κατοικείς —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατοικεί κατοικείται
εμείς — we κατοικούμε —
εσείς — you (plural / polite) κατοικείτε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατοικούν(ε) κατοικούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατοικούσα —
εσύ — you κατοικούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατοικούσε κατοικούνταν, κατοικείτο
εμείς — we κατοικούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) κατοικούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατοικούσαν(ε) κατοικούνταν, κατοικούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατοίκησα —
εσύ — you κατοίκησες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατοίκησε κατοικήθηκε
εμείς — we κατοικήσαμε —
εσείς — you (plural / polite) κατοικήσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατοίκησαν, κατοικήσαν(ε) κατοικήθηκαν, κατοικηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κατοικήσει —
εσύ — you έχεις κατοικήσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κατοικήσει έχει κατοικηθεί
εμείς — we έχουμε κατοικήσει —
εσείς — you (plural / polite) έχετε κατοικήσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κατοικήσει έχουν κατοικηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κατοικήσει —
εσύ — you είχες κατοικήσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κατοικήσει είχε κατοικηθεί
εμείς — we είχαμε κατοικήσει —
εσείς — you (plural / polite) είχατε κατοικήσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κατοικήσει είχαν κατοικηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατοικώ —
εσύ — you θα κατοικείς —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατοικεί θα κατοικείται
εμείς — we θα κατοικούμε —
εσείς — you (plural / polite) θα κατοικείτε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατοικούν(ε) θα κατοικούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατοικήσω —
εσύ — you θα κατοικήσεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατοικήσει θα κατοικηθεί
εμείς — we θα κατοικήσουμε —
εσείς — you (plural / polite) θα κατοικήσετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατοικήσουν(ε) θα κατοικηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κατοικήσει —
εσύ — you θα έχεις κατοικήσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κατοικήσει θα έχει κατοικηθεί
εμείς — we θα έχουμε κατοικήσει —
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κατοικήσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κατοικήσει θα έχουν κατοικηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατοικώ —
εσύ — you να κατοικείς —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατοικεί να κατοικείται
εμείς — we να κατοικούμε —
εσείς — you (plural / polite) να κατοικείτε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατοικούν(ε) να κατοικούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατοικήσω —
εσύ — you να κατοικήσεις —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατοικήσει να κατοικηθεί
εμείς — we να κατοικήσουμε, να κατοικήσομε —
εσείς — you (plural / polite) να κατοικήσετε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατοικήσουν(ε) να κατοικηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κατοικήσει —
εσύ — you να έχεις κατοικήσει —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κατοικήσει να έχει κατοικηθεί
εμείς — we να έχουμε κατοικήσει —
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κατοικήσει —
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κατοικήσει να έχουν κατοικηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — κατοικείτε — —
Simple κατοίκησε κατοικήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κατοικώ means to live or reside somewhere. The passive means to be inhabited and is normally used in the third person for a place; the other passive persons are therefore omitted.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το χωριό κατοικείται όλο τον χρόνο.

The village is inhabited all year round.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατοικώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katoiko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /katoiko/