καταβάλλω (kataballo) — to pay; to exert; to wear down

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταβάλλω — to pay; to exert; to wear down.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταβάλλω καταβάλλομαι
εσύ — you καταβάλλεις καταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταβάλλει καταβάλλεται
εμείς — we καταβάλλουμε, καταβάλλομε καταβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταβάλλετε καταβάλλεστε, καταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταβάλλουν(ε) καταβάλλονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέβαλλα καταβαλλόμουν(α)
εσύ — you κατέβαλλες καταβαλλόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέβαλλε καταβαλλόταν(ε)
εμείς — we καταβάλλαμε καταβαλλόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταβάλλατε καταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέβαλλαν, καταβάλλαν(ε) καταβάλλονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέβαλα καταβλήθηκα
εσύ — you κατέβαλες καταβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέβαλε καταβλήθηκε
εμείς — we καταβάλαμε καταβληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταβάλατε καταβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέβαλαν, καταβάλαν(ε) καταβλήθηκαν, καταβληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταβάλει έχω καταβληθεί
εσύ — you έχεις καταβάλει έχεις καταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταβάλει έχει καταβληθεί
εμείς — we έχουμε καταβάλει έχουμε καταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταβάλει έχετε καταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταβάλει έχουν καταβληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταβάλει είχα καταβληθεί
εσύ — you είχες καταβάλει είχες καταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταβάλει είχε καταβληθεί
εμείς — we είχαμε καταβάλει είχαμε καταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταβάλει είχατε καταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταβάλει είχαν καταβληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταβάλλω θα καταβάλλομαι
εσύ — you θα καταβάλλεις θα καταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταβάλλει θα καταβάλλεται
εμείς — we θα καταβάλλουμε, θα καταβάλλομε θα καταβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταβάλλετε θα καταβάλλεστε, θα καταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταβάλλουν(ε) θα καταβάλλονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταβάλω θα καταβληθώ
εσύ — you θα καταβάλεις θα καταβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταβάλει θα καταβληθεί
εμείς — we θα καταβάλουμε, θα καταβάλομε θα καταβληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταβάλετε θα καταβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταβάλουν(ε) θα καταβληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταβάλει θα έχω καταβληθεί
εσύ — you θα έχεις καταβάλει θα έχεις καταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταβάλει θα έχει καταβληθεί
εμείς — we θα έχουμε καταβάλει θα έχουμε καταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταβάλει θα έχετε καταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταβάλει θα έχουν καταβληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταβάλλω να καταβάλλομαι
εσύ — you να καταβάλλεις να καταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταβάλλει να καταβάλλεται
εμείς — we να καταβάλλουμε, να καταβάλλομε να καταβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταβάλλετε να καταβάλλεστε, να καταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταβάλλουνε να καταβάλλονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταβάλω να καταβληθώ
εσύ — you να καταβάλεις να καταβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταβάλει να καταβληθεί
εμείς — we να καταβάλουμε να καταβληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταβάλετε να καταβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταβάλουν(ε) να καταβληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταβάλει να έχω καταβληθεί
εσύ — you να έχεις καταβάλει να έχεις καταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταβάλει να έχει καταβληθεί
εμείς — we να έχουμε καταβάλει να έχουμε καταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταβάλει να έχετε καταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταβάλει να έχουν καταβληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατάβαλλε καταβάλλετε — —
Simple κατάβαλε καταβάλετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταβάλλω is used for paying money, exerting effort, or wearing someone down. Double λ marks the continuing stem; single λ marks the perfective stem: κατέβαλλα / κατέβαλα, καταβάλλω / καταβάλω. Καταβεβλημένος often means exhausted or dejected.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κατέβαλα το ποσό χθες.

I paid the amount yesterday.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταβάλλω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kataballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kataballo/