Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μεταβάλλω — to change; to alter

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μεταβάλλω means to change or alter something. μεταβάλλομαι means to change or be transformed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μεταβάλλω μεταβάλλομαι
εσύ — you μεταβάλλεις μεταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεταβάλλει μεταβάλλεται
εμείς — we μεταβάλλουμε, μεταβάλλομε μεταβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μεταβάλλετε μεταβάλλεστε, μεταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεταβάλλουν(ε) μεταβάλλονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέβαλλα μεταβαλλόμουν(α)
εσύ — you μετέβαλλες μεταβαλλόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέβαλλε μεταβαλλόταν(ε)
εμείς — we μεταβάλλαμε μεταβαλλόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μεταβάλλατε μεταβαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέβαλλαν, μεταβάλλαν(ε) μεταβάλλονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέβαλα μεταβλήθηκα
εσύ — you μετέβαλες μεταβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέβαλε μεταβλήθηκε
εμείς — we μεταβάλαμε μεταβληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μεταβάλατε μεταβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέβαλαν, μεταβάλαν(ε) μεταβλήθηκαν, μεταβληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μεταβάλει έχω μεταβληθεί
εσύ — you έχεις μεταβάλει έχεις μεταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μεταβάλει έχει μεταβληθεί
εμείς — we έχουμε μεταβάλει έχουμε μεταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μεταβάλει έχετε μεταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μεταβάλει έχουν μεταβληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μεταβάλει είχα μεταβληθεί
εσύ — you είχες μεταβάλει είχες μεταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μεταβάλει είχε μεταβληθεί
εμείς — we είχαμε μεταβάλει είχαμε μεταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μεταβάλει είχατε μεταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μεταβάλει είχαν μεταβληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταβάλλω θα μεταβάλλομαι
εσύ — you θα μεταβάλλεις θα μεταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταβάλλει θα μεταβάλλεται
εμείς — we θα μεταβάλλουμε, θα μεταβάλλομε θα μεταβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταβάλλετε θα μεταβάλλεστε, θα μεταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταβάλλουν(ε) θα μεταβάλλονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταβάλω θα μεταβληθώ
εσύ — you θα μεταβάλεις θα μεταβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταβάλει θα μεταβληθεί
εμείς — we θα μεταβάλουμε, θα μεταβάλομε θα μεταβληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταβάλετε θα μεταβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταβάλουν(ε) θα μεταβληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μεταβάλει θα έχω μεταβληθεί
εσύ — you θα έχεις μεταβάλει θα έχεις μεταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μεταβάλει θα έχει μεταβληθεί
εμείς — we θα έχουμε μεταβάλει θα έχουμε μεταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μεταβάλει θα έχετε μεταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μεταβάλει θα έχουν μεταβληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταβάλλω να μεταβάλλομαι
εσύ — you να μεταβάλλεις να μεταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταβάλλει να μεταβάλλεται
εμείς — we να μεταβάλλουμε, να μεταβάλλομε να μεταβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μεταβάλλετε να μεταβάλλεστε, να μεταβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταβάλλουνε να μεταβάλλονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταβάλω να μεταβληθώ
εσύ — you να μεταβάλεις να μεταβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταβάλει να μεταβληθεί
εμείς — we να μεταβάλουμε να μεταβληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μεταβάλετε να μεταβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταβάλουν(ε) να μεταβληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μεταβάλει να έχω μεταβληθεί
εσύ — you να έχεις μεταβάλει να έχεις μεταβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μεταβάλει να έχει μεταβληθεί
εμείς — we να έχουμε μεταβάλει να έχουμε μεταβληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μεταβάλει να έχετε μεταβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μεταβάλει να έχουν μεταβληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μετάβαλλε μεταβάλλετε — μεταβάλλεστε
Simple μετάβαλε μεταβάλετε — μεταβληθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Keep double λ in the continuous stem (μεταβάλλω, μετέβαλλα), but one λ in the active perfective stem (μετέβαλα, θα μεταβάλω, έχω μεταβάλει).
  • μεταβεβλημένος is a learned participle.

Οι συνθήκες μεταβλήθηκαν.

The conditions changed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεταβάλλω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metaballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /metaballo/