μεταδίδω (metadido) — to transmit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μεταδίδω means to transmit, broadcast, pass on, or communicate. The passive means to be transmitted.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μεταδίδω μεταδίδομαι
εσύ — you μεταδίδεις μεταδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεταδίδει μεταδίδεται
εμείς — we μεταδίδουμε, μεταδίδομε μεταδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μεταδίδετε μεταδίδεστε, μεταδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεταδίδουν(ε) μεταδίδονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέδιδα μεταδιδόμουν(α)
εσύ — you μετέδιδες μεταδιδόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέδιδε μεταδιδόταν(ε)
εμείς — we μεταδίδαμε μεταδιδόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μεταδίδατε μεταδιδόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέδιδαν, μεταδίδαν(ε) μεταδίδονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέδωσα, μετάδωσα μεταδόθηκα
εσύ — you μετέδωσες, μετάδωσες μεταδόθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέδωσε, μετάδωσε μεταδόθηκε
εμείς — we μεταδώσαμε μεταδοθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μεταδώσατε μεταδοθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέδωσαν, μεταδώσαν(ε) μεταδόθηκαν, μεταδοθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μεταδώσει έχω μεταδοθεί
εσύ — you έχεις μεταδώσει έχεις μεταδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μεταδώσει έχει μεταδοθεί
εμείς — we έχουμε μεταδώσει έχουμε μεταδοθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μεταδώσει έχετε μεταδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μεταδώσει έχουν μεταδοθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μεταδώσει είχα μεταδοθεί
εσύ — you είχες μεταδώσει είχες μεταδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μεταδώσει είχε μεταδοθεί
εμείς — we είχαμε μεταδώσει είχαμε μεταδοθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μεταδώσει είχατε μεταδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μεταδώσει είχαν μεταδοθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταδίδω θα μεταδίδομαι
εσύ — you θα μεταδίδεις θα μεταδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταδίδει θα μεταδίδεται
εμείς — we θα μεταδίδουμε, θα μεταδίδομε θα μεταδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταδίδετε θα μεταδίδεστε, θα μεταδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταδίδουν(ε) θα μεταδίδονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταδώσω θα μεταδοθώ
εσύ — you θα μεταδώσεις θα μεταδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταδώσει θα μεταδοθεί
εμείς — we θα μεταδώσουμε, θα μεταδώσομε θα μεταδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταδώσετε θα μεταδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταδώσουν(ε) θα μεταδοθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μεταδώσει θα έχω μεταδοθεί
εσύ — you θα έχεις μεταδώσει θα έχεις μεταδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μεταδώσει θα έχει μεταδοθεί
εμείς — we θα έχουμε μεταδώσει θα έχουμε μεταδοθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μεταδώσει θα έχετε μεταδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μεταδώσει θα έχουν μεταδοθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταδίδω να μεταδίδομαι
εσύ — you να μεταδίδεις να μεταδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταδίδει να μεταδίδεται
εμείς — we να μεταδίδουμε, να μεταδίδομε να μεταδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μεταδίδετε να μεταδίδεστε, να μεταδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταδίδουν(ε) να μεταδίδονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταδώσω να μεταδοθώ
εσύ — you να μεταδώσεις να μεταδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταδώσει να μεταδοθεί
εμείς — we να μεταδώσουμε, να μεταδώσομε να μεταδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μεταδώσετε να μεταδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταδώσουν(ε) να μεταδοθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μεταδώσει να έχω μεταδοθεί
εσύ — you να έχεις μεταδώσει να έχεις μεταδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μεταδώσει να έχει μεταδοθεί
εμείς — we να έχουμε μεταδώσει να έχουμε μεταδοθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μεταδώσει να έχετε μεταδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μεταδώσει να έχουν μεταδοθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: μετάδιδε / μεταδίδετε.

Simple: μετάδωσε (εσύ); μεταδώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • μετέδωσα is the usual aorist; μετάδωσα is a conversational variant. The command is μετάδωσε.

Ο σταθμός μετέδωσε τον αγώνα.

The station broadcast the match.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεταδίδω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metadido/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /metadido/