Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παραδίδω — to deliver; to hand over

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παραδίδω / παραδίνω means to deliver or hand over; it also occurs in expressions for teaching lessons. παραδίδομαι / παραδίνομαι commonly means to surrender.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παραδίδω παραδίδομαι
εσύ — you παραδίδεις παραδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παραδίδει παραδίδεται
εμείς — we παραδίδουμε, παραδίδομε παραδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παραδίδετε παραδίδεστε, παραδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παραδίδουν(ε) παραδίδονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρέδιδα παραδιδόμουν(α)
εσύ — you παρέδιδες παραδιδόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέδιδε παραδιδόταν(ε)
εμείς — we παραδίδαμε παραδιδόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παραδίδατε παραδιδόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέδιδαν, παραδίδαν(ε) παραδίδονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρέδωσα, παράδωσα παραδόθηκα
εσύ — you παρέδωσες, παράδωσες παραδόθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέδωσε, παράδωσε παραδόθηκε
εμείς — we παραδώσαμε παραδοθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παραδώσατε παραδοθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέδωσαν, παραδώσαν(ε) παραδόθηκαν, παραδοθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παραδώσει έχω παραδοθεί
εσύ — you έχεις παραδώσει έχεις παραδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παραδώσει έχει παραδοθεί
εμείς — we έχουμε παραδώσει έχουμε παραδοθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παραδώσει έχετε παραδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παραδώσει έχουν παραδοθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παραδώσει είχα παραδοθεί
εσύ — you είχες παραδώσει είχες παραδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παραδώσει είχε παραδοθεί
εμείς — we είχαμε παραδώσει είχαμε παραδοθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παραδώσει είχατε παραδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παραδώσει είχαν παραδοθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παραδίδω θα παραδίδομαι
εσύ — you θα παραδίδεις θα παραδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παραδίδει θα παραδίδεται
εμείς — we θα παραδίδουμε, θα παραδίδομε θα παραδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παραδίδετε θα παραδίδεστε, θα παραδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παραδίδουν(ε) θα παραδίδονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παραδώσω θα παραδοθώ
εσύ — you θα παραδώσεις θα παραδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παραδώσει θα παραδοθεί
εμείς — we θα παραδώσουμε, θα παραδώσομε θα παραδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παραδώσετε θα παραδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παραδώσουν(ε) θα παραδοθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παραδώσει θα έχω παραδοθεί
εσύ — you θα έχεις παραδώσει θα έχεις παραδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παραδώσει θα έχει παραδοθεί
εμείς — we θα έχουμε παραδώσει θα έχουμε παραδοθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παραδώσει θα έχετε παραδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παραδώσει θα έχουν παραδοθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παραδίδω να παραδίδομαι
εσύ — you να παραδίδεις να παραδίδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παραδίδει να παραδίδεται
εμείς — we να παραδίδουμε, να παραδίδομε να παραδιδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παραδίδετε να παραδίδεστε, να παραδιδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παραδίδουν(ε) να παραδίδονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παραδώσω να παραδοθώ
εσύ — you να παραδώσεις να παραδοθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παραδώσει να παραδοθεί
εμείς — we να παραδώσουμε, να παραδώσομε να παραδοθούμε
εσείς — you (plural / polite) να παραδώσετε να παραδοθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παραδώσουν(ε) να παραδοθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παραδώσει να έχω παραδοθεί
εσύ — you να έχεις παραδώσει να έχεις παραδοθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παραδώσει να έχει παραδοθεί
εμείς — we να έχουμε παραδώσει να έχουμε παραδοθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παραδώσει να έχετε παραδοθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παραδώσει να έχουν παραδοθεί

Imperative · Προστακτική

Middle: παραδώσου / παραδοθείτε.

Simple: παράδωσε (εσύ); παραδώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The usual aorist is παρέδωσα; conversational παράδωσα also occurs. The command is παράδωσε.

Παρέδωσα το δέμα.

I delivered the parcel.

Ο στρατιώτης παραδόθηκε.

The soldier surrendered.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παραδίδω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paradido/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /paradido/