επιβάλλω (epiballo) — to impose

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επιβάλλω means to impose or enforce. επιβάλλομαι can mean to be imposed, assert oneself or prevail. The impersonal επιβάλλεται often means “it is necessary / required”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επιβάλλω επιβάλλομαι
εσύ — you επιβάλλεις επιβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιβάλλει επιβάλλεται
εμείς — we επιβάλλουμε, επιβάλλομε επιβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) επιβάλλετε επιβάλλεστε, επιβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιβάλλουν(ε) επιβάλλονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επέβαλλα επιβαλλόμουν(α)
εσύ — you επέβαλλες επιβαλλόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέβαλλε επιβαλλόταν(ε)
εμείς — we επιβάλλαμε επιβαλλόμασταν
εσείς — you (plural / polite) επιβάλλατε επιβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέβαλλαν, επιβάλλαν(ε) επιβάλλονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I επέβαλα επιβλήθηκα
εσύ — you επέβαλες επιβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επέβαλε επιβλήθηκε
εμείς — we επιβάλαμε επιβληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επιβάλατε επιβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επέβαλαν, επιβάλαν(ε) επιβλήθηκαν, επιβληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω επιβάλει έχω επιβληθεί
εσύ — you έχεις επιβάλει έχεις επιβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επιβάλει έχει επιβληθεί
εμείς — we έχουμε επιβάλει έχουμε επιβληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επιβάλει έχετε επιβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επιβάλει έχουν επιβληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα επιβάλει είχα επιβληθεί
εσύ — you είχες επιβάλει είχες επιβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επιβάλει είχε επιβληθεί
εμείς — we είχαμε επιβάλει είχαμε επιβληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επιβάλει είχατε επιβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επιβάλει είχαν επιβληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επιβάλλω θα επιβάλλομαι
εσύ — you θα επιβάλλεις θα επιβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιβάλλει θα επιβάλλεται
εμείς — we θα επιβάλλουμε, θα επιβάλλομε θα επιβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα επιβάλλετε θα επιβάλλεστε, θα επιβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιβάλλουν(ε) θα επιβάλλονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα επιβάλω θα επιβληθώ
εσύ — you θα επιβάλεις θα επιβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιβάλει θα επιβληθεί
εμείς — we θα επιβάλουμε, θα επιβάλομε θα επιβληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επιβάλετε θα επιβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιβάλουν(ε) θα επιβληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω επιβάλει θα έχω επιβληθεί
εσύ — you θα έχεις επιβάλει θα έχεις επιβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επιβάλει θα έχει επιβληθεί
εμείς — we θα έχουμε επιβάλει θα έχουμε επιβληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επιβάλει θα έχετε επιβάλει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επιβάλει θα έχουν επιβληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επιβάλλω να επιβάλλομαι
εσύ — you να επιβάλλεις να επιβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιβάλλει να επιβάλλεται
εμείς — we να επιβάλλουμε, να επιβάλλομε να επιβαλλόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να επιβάλλετε να επιβάλλεστε, να επιβαλλόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιβάλλουνε να επιβάλλονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να επιβάλω να επιβληθώ
εσύ — you να επιβάλεις να επιβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιβάλει να επιβληθεί
εμείς — we να επιβάλουμε να επιβληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να επιβάλετε να επιβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιβάλουν(ε) να επιβληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω επιβάλει να έχω επιβληθεί
εσύ — you να έχεις επιβάλει να έχεις επιβληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επιβάλει να έχει επιβληθεί
εμείς — we να έχουμε επιβάλει να έχουμε επιβληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επιβάλει να έχετε επιβληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επιβάλει να έχουν επιβληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous επίβαλλε επιβάλλετε — —
Simple επίβαλε επιβάλετε — επιβληθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Write two λ in the present stem επιβάλλω / επέβαλλα, but one λ in the perfective επιβάλω / επέβαλα / επιβάλει.
  • επιβεβλημένος, -η, -ο usually means required or imperative. It is not interchangeable with an action perfect in every context.

Επιβλήθηκε πρόστιμο.

A fine was imposed.

Επιβάλλεται να είμαστε προσεκτικοί.

We must be careful.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιβάλλω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epiballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epiballo/