Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
επαναστατώ means to revolt, rebel or react strongly against something. It is intransitive.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επαναστατώ |
| εσύ — you | επαναστατείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επαναστατεί |
| εμείς — we | επαναστατούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επαναστατείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επαναστατούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επαναστατούσα |
| εσύ — you | επαναστατούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επαναστατούσε |
| εμείς — we | επαναστατούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επαναστατούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επαναστατούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επαναστάτησα |
| εσύ — you | επαναστάτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επαναστάτησε |
| εμείς — we | επαναστατήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επαναστατήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επαναστάτησαν, επαναστατήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω επαναστατήσει |
| εσύ — you | έχεις επαναστατήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει επαναστατήσει |
| εμείς — we | έχουμε επαναστατήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε επαναστατήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν επαναστατήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα επαναστατήσει |
| εσύ — you | είχες επαναστατήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε επαναστατήσει |
| εμείς — we | είχαμε επαναστατήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε επαναστατήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν επαναστατήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επαναστατώ |
| εσύ — you | θα επαναστατείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επαναστατεί |
| εμείς — we | θα επαναστατούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επαναστατείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επαναστατούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επαναστατήσω |
| εσύ — you | θα επαναστατήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επαναστατήσει |
| εμείς — we | θα επαναστατήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επαναστατήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επαναστατήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω επαναστατήσει |
| εσύ — you | θα έχεις επαναστατήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει επαναστατήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε επαναστατήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε επαναστατήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν επαναστατήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επαναστατώ |
| εσύ — you | να επαναστατείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επαναστατεί |
| εμείς — we | να επαναστατούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επαναστατείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επαναστατούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επαναστατήσω |
| εσύ — you | να επαναστατήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επαναστατήσει |
| εμείς — we | να επαναστατήσουμε, να επαναστατήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επαναστατήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επαναστατήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω επαναστατήσει |
| εσύ — you | να έχεις επαναστατήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει επαναστατήσει |
| εμείς — we | να έχουμε επαναστατήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε επαναστατήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν επαναστατήσει |
Imperative · Προστακτική
For continuing action, να επαναστατείς / να επαναστατείτε can be used.
Simple: επαναστάτησε (εσύ); επαναστατήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- There is no ordinary passive paradigm. The perfect is έχω επαναστατήσει.
- επαναστατώντας means rebelling; έχοντας επαναστατήσει refers to an earlier completed act of rebellion.
Ο λαός επαναστάτησε εναντίον του καθεστώτος.
The people rebelled against the regime.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επαναστατώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epanastato/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/epanastato/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.