Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
επικοινωνώ means to communicate or get in touch with someone, normally with με. It can also describe places or systems being connected.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επικοινωνώ |
| εσύ — you | επικοινωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επικοινωνεί |
| εμείς — we | επικοινωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επικοινωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επικοινωνούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επικοινωνούσα |
| εσύ — you | επικοινωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επικοινωνούσε |
| εμείς — we | επικοινωνούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επικοινωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επικοινωνούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επικοινώνησα |
| εσύ — you | επικοινώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επικοινώνησε |
| εμείς — we | επικοινωνήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επικοινωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επικοινώνησαν, επικοινωνήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω επικοινωνήσει |
| εσύ — you | έχεις επικοινωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει επικοινωνήσει |
| εμείς — we | έχουμε επικοινωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε επικοινωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν επικοινωνήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα επικοινωνήσει |
| εσύ — you | είχες επικοινωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε επικοινωνήσει |
| εμείς — we | είχαμε επικοινωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε επικοινωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν επικοινωνήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επικοινωνώ |
| εσύ — you | θα επικοινωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επικοινωνεί |
| εμείς — we | θα επικοινωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επικοινωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επικοινωνούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επικοινωνήσω |
| εσύ — you | θα επικοινωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επικοινωνήσει |
| εμείς — we | θα επικοινωνήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επικοινωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επικοινωνήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω επικοινωνήσει |
| εσύ — you | θα έχεις επικοινωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει επικοινωνήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε επικοινωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε επικοινωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν επικοινωνήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επικοινωνώ |
| εσύ — you | να επικοινωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επικοινωνεί |
| εμείς — we | να επικοινωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επικοινωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επικοινωνούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επικοινωνήσω |
| εσύ — you | να επικοινωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επικοινωνήσει |
| εμείς — we | να επικοινωνήσουμε, να επικοινωνήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επικοινωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επικοινωνήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω επικοινωνήσει |
| εσύ — you | να έχεις επικοινωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει επικοινωνήσει |
| εμείς — we | να έχουμε επικοινωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε επικοινωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν επικοινωνήσει |
Imperative · Προστακτική
For continuing communication, να επικοινωνείς / να επικοινωνείτε can be used.
Simple: επικοινώνησε (εσύ); επικοινωνήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- For contacting a person, the ordinary construction is επικοινωνώ με κάποιον. There is no ordinary personal passive paradigm here.
- The perfect is έχω επικοινωνήσει; επικοινωνώντας is the adverbial participle.
Θα επικοινωνήσω μαζί σου αύριο.
I will get in touch with you tomorrow.
Τα δύο δωμάτια επικοινωνούν.
The two rooms are connected.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επικοινωνώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epikoinono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/epikoinono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →