Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
φοβίζω means to frighten or scare someone. Compare φοβάμαι: to be afraid.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φοβίζω |
| εσύ — you |
φοβίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φοβίζει |
| εμείς — we |
φοβίζουμε, φοβίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φοβίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φοβίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φόβιζα |
| εσύ — you |
φόβιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φόβιζε |
| εμείς — we |
φοβίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φοβίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φόβιζαν, φοβίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
φόβισα |
| εσύ — you |
φόβισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
φόβισε |
| εμείς — we |
φοβίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
φοβίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
φόβισαν, φοβίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω φοβίσει |
| εσύ — you |
έχεις φοβίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει φοβίσει |
| εμείς — we |
έχουμε φοβίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε φοβίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν φοβίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα φοβίσει |
| εσύ — you |
είχες φοβίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε φοβίσει |
| εμείς — we |
είχαμε φοβίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε φοβίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν φοβίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα φοβίζω |
| εσύ — you |
θα φοβίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα φοβίζει |
| εμείς — we |
θα φοβίζουμε, θα φοβίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα φοβίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα φοβίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα φοβίσω |
| εσύ — you |
θα φοβίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα φοβίσει |
| εμείς — we |
θα φοβίσουμε, θα φοβίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα φοβίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα φοβίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω φοβίσει |
| εσύ — you |
θα έχεις φοβίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει φοβίσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε φοβίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε φοβίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν φοβίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να φοβίζω |
| εσύ — you |
να φοβίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να φοβίζει |
| εμείς — we |
να φοβίζουμε, να φοβίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να φοβίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να φοβίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να φοβίσω |
| εσύ — you |
να φοβίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να φοβίσει |
| εμείς — we |
να φοβίσουμε, να φοβίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να φοβίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να φοβίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω φοβίσει |
| εσύ — you |
να έχεις φοβίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει φοβίσει |
| εμείς — we |
να έχουμε φοβίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε φοβίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν φοβίσει |
Imperative · Προστακτική
φόβιζε / φοβίζετε
Simple: φόβισε (εσύ); φοβίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Φοβίζω names the cause of fear; φοβάμαι describes the person experiencing it.
Ο θόρυβος φόβισε το παιδί.
The noise frightened the child.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φοβίζω.