φουντώνω (fountono) — to grow lush; to flare up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φουντώνω describes lush growth, a fire flaring up, or an emotion or conflict intensifying.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φουντώνω
εσύ — you φουντώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φουντώνει
εμείς — we φουντώνουμε, φουντώνομε
εσείς — you (plural / polite) φουντώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φουντώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φούντωνα
εσύ — you φούντωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φούντωνε
εμείς — we φουντώναμε
εσείς — you (plural / polite) φουντώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φούντωναν, φουντώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φούντωσα
εσύ — you φούντωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φούντωσε
εμείς — we φουντώσαμε
εσείς — you (plural / polite) φουντώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φούντωσαν, φουντώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω φουντώσει
εσύ — you έχεις φουντώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φουντώσει
εμείς — we έχουμε φουντώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε φουντώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φουντώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα φουντώσει
εσύ — you είχες φουντώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φουντώσει
εμείς — we είχαμε φουντώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε φουντώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φουντώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φουντώνω
εσύ — you θα φουντώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φουντώνει
εμείς — we θα φουντώνουμε, θα φουντώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα φουντώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φουντώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φουντώσω
εσύ — you θα φουντώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φουντώσει
εμείς — we θα φουντώσουμε, θα φουντώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα φουντώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φουντώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω φουντώσει
εσύ — you θα έχεις φουντώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φουντώσει
εμείς — we θα έχουμε φουντώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φουντώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φουντώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φουντώνω
εσύ — you να φουντώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φουντώνει
εμείς — we να φουντώνουμε, να φουντώνομε
εσείς — you (plural / polite) να φουντώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φουντώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φουντώσω
εσύ — you να φουντώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φουντώσει
εμείς — we να φουντώσουμε, να φουντώσομε
εσείς — you (plural / polite) να φουντώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φουντώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω φουντώσει
εσύ — you να έχεις φουντώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φουντώσει
εμείς — we να έχουμε φουντώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φουντώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φουντώσει

Imperative · Προστακτική

φούντωνε / φουντώνετε

Simple: φούντωσε (εσύ); φουντώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φουντωμένος describes a resulting condition, such as bushy growth or heightened agitation. The plural command is φουντώστε, not the finite form φουντώσετε.

Η φωτιά φούντωσε.

The fire flared up.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φουντώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fountono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fountono/