φωτογραφίζω (fotografizo) — to photograph

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φωτογραφίζω — to photograph.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φωτογραφίζω φωτογραφίζομαι
εσύ — you φωτογραφίζεις φωτογραφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φωτογραφίζει φωτογραφίζεται
εμείς — we φωτογραφίζουμε, φωτογραφίζομε φωτογραφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φωτογραφίζετε φωτογραφίζεστε, φωτογραφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φωτογραφίζουν(ε) φωτογραφίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φωτογράφιζα φωτογραφιζόμουν(α)
εσύ — you φωτογράφιζες φωτογραφιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φωτογράφιζε φωτογραφιζόταν(ε)
εμείς — we φωτογραφίζαμε φωτογραφιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φωτογραφίζατε φωτογραφιζόσαστε, φωτογραφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φωτογράφιζαν, φωτογραφίζαν(ε) φωτογραφίζονταν, φωτογραφιζόντανε, φωτογραφιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φωτογράφισα φωτογραφήθηκα
εσύ — you φωτογράφισες φωτογραφήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φωτογράφισε φωτογραφήθηκε
εμείς — we φωτογραφίσαμε φωτογραφηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φωτογραφίσατε φωτογραφηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φωτογράφισαν, φωτογραφίσαν(ε) φωτογραφήθηκαν, φωτογραφηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φωτογραφίσει έχω φωτογραφηθεί
εσύ — you έχεις φωτογραφίσει έχεις φωτογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φωτογραφίσει έχει φωτογραφηθεί
εμείς — we έχουμε φωτογραφίσει έχουμε φωτογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φωτογραφίσει έχετε φωτογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φωτογραφίσει έχουν φωτογραφηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φωτογραφίσει είχα φωτογραφηθεί
εσύ — you είχες φωτογραφίσει είχες φωτογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φωτογραφίσει είχε φωτογραφηθεί
εμείς — we είχαμε φωτογραφίσει είχαμε φωτογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φωτογραφίσει είχατε φωτογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φωτογραφίσει είχαν φωτογραφηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φωτογραφίζω θα φωτογραφίζομαι
εσύ — you θα φωτογραφίζεις θα φωτογραφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φωτογραφίζει θα φωτογραφίζεται
εμείς — we θα φωτογραφίζουμε, θα φωτογραφίζομε θα φωτογραφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φωτογραφίζετε θα φωτογραφίζεστε, θα φωτογραφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φωτογραφίζουν(ε) θα φωτογραφίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φωτογραφίσω θα φωτογραφηθώ
εσύ — you θα φωτογραφίσεις θα φωτογραφηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φωτογραφίσει θα φωτογραφηθεί
εμείς — we θα φωτογραφίσουμε, θα φωτογραφίσομε θα φωτογραφηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φωτογραφίσετε θα φωτογραφηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φωτογραφίσουν(ε) θα φωτογραφηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φωτογραφίσει θα έχω φωτογραφηθεί
εσύ — you θα έχεις φωτογραφίσει θα έχεις φωτογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φωτογραφίσει θα έχει φωτογραφηθεί
εμείς — we θα έχουμε φωτογραφίσει θα έχουμε φωτογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φωτογραφίσει θα έχετε φωτογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φωτογραφίσει θα έχουν φωτογραφηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φωτογραφίζω να φωτογραφίζομαι
εσύ — you να φωτογραφίζεις να φωτογραφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φωτογραφίζει να φωτογραφίζεται
εμείς — we να φωτογραφίζουμε, να φωτογραφίζομε να φωτογραφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φωτογραφίζετε να φωτογραφίζεστε, να φωτογραφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φωτογραφίζουν(ε) να φωτογραφίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φωτογραφίσω να φωτογραφηθώ
εσύ — you να φωτογραφίσεις να φωτογραφηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φωτογραφίσει να φωτογραφηθεί
εμείς — we να φωτογραφίσουμε, να φωτογραφίσομε να φωτογραφηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φωτογραφίσετε να φωτογραφηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φωτογραφίσουν(ε) να φωτογραφηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φωτογραφίσει να έχω φωτογραφηθεί
εσύ — you να έχεις φωτογραφίσει να έχεις φωτογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φωτογραφίσει να έχει φωτογραφηθεί
εμείς — we να έχουμε φωτογραφίσει να έχουμε φωτογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φωτογραφίσει να έχετε φωτογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φωτογραφίσει να έχουν φωτογραφηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φωτογράφιζε φωτογραφίζετε — —
Simple φωτογράφισε φωτογραφίστε φωτογραφήσου φωτογραφηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φωτογραφίζω means to photograph or take pictures. The passive perfective series shown here uses φωτογραφήθηκα / φωτογραφηθώ, shared with the variant φωτογραφώ.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Φωτογράφισα το ηλιοβασίλεμα.

I photographed the sunset.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φωτογραφίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fotografizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fotografizo/