φορτώνω (fortono) — to load

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φορτώνω — to load.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φορτώνω φορτώνομαι
εσύ — you φορτώνεις φορτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φορτώνει φορτώνεται
εμείς — we φορτώνουμε, φορτώνομε φορτωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φορτώνετε φορτώνεστε, φορτωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φορτώνουν(ε) φορτώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φόρτωνα φορτωνόμουν(α)
εσύ — you φόρτωνες φορτωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φόρτωνε φορτωνόταν(ε)
εμείς — we φορτώναμε φορτωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φορτώνατε φορτωνόσαστε, φορτωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φόρτωναν, φορτώναν(ε) φορτώνονταν, φορτωνόντανε, φορτωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φόρτωσα φορτώθηκα
εσύ — you φόρτωσες φορτώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φόρτωσε φορτώθηκε
εμείς — we φορτώσαμε φορτωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φορτώσατε φορτωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φόρτωσαν, φορτώσαν(ε) φορτώθηκαν, φορτωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φορτώσει έχω φορτωθεί
εσύ — you έχεις φορτώσει έχεις φορτωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φορτώσει έχει φορτωθεί
εμείς — we έχουμε φορτώσει έχουμε φορτωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φορτώσει έχετε φορτωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φορτώσει έχουν φορτωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φορτώσει είχα φορτωθεί
εσύ — you είχες φορτώσει είχες φορτωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φορτώσει είχε φορτωθεί
εμείς — we είχαμε φορτώσει είχαμε φορτωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φορτώσει είχατε φορτωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φορτώσει είχαν φορτωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φορτώνω θα φορτώνομαι
εσύ — you θα φορτώνεις θα φορτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φορτώνει θα φορτώνεται
εμείς — we θα φορτώνουμε, θα φορτώνομε θα φορτωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φορτώνετε θα φορτώνεστε, θα φορτωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φορτώνουν(ε) θα φορτώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φορτώσω θα φορτωθώ
εσύ — you θα φορτώσεις θα φορτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φορτώσει θα φορτωθεί
εμείς — we θα φορτώσουμε, θα φορτώσομε θα φορτωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φορτώσετε θα φορτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φορτώσουν θα φορτωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φορτώσει θα έχω φορτωθεί
εσύ — you θα έχεις φορτώσει θα έχεις φορτωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φορτώσει θα έχει φορτωθεί
εμείς — we θα έχουμε φορτώσει θα έχουμε φορτωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φορτώσει θα έχετε φορτωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φορτώσει θα έχουν φορτωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φορτώνω να φορτώνομαι
εσύ — you να φορτώνεις να φορτώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φορτώνει να φορτώνεται
εμείς — we να φορτώνουμε, να φορτώνομε να φορτωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φορτώνετε να φορτώνεστε, να φορτωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φορτώνουν(ε) να φορτώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φορτώσω να φορτωθώ
εσύ — you να φορτώσεις να φορτωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φορτώσει να φορτωθεί
εμείς — we να φορτώσουμε, να φορτώσομε να φορτωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φορτώσετε να φορτωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φορτώσουν(ε) να φορτωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φορτώσει να έχω φορτωθεί
εσύ — you να έχεις φορτώσει να έχεις φορτωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φορτώσει να έχει φορτωθεί
εμείς — we να έχουμε φορτώσει να έχουμε φορτωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φορτώσει να έχετε φορτωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φορτώσει να έχουν φορτωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φόρτωνε φορτώνετε — —
Simple φόρτωσε φορτώστε φορτώσου φορτωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φορτώνω means to load. Φορτώνομαι can also mean to take on a burden or responsibilities.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Φορτώσαμε τα κουτιά στο φορτηγό.

We loaded the boxes onto the truck.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φορτώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fortono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fortono/