εξαργυρώνω (eksargurono) — to cash; to redeem

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξαργυρώνω means to cash a cheque or redeem a voucher, points or another entitlement. εξαργυρώνομαι means to be cashed or redeemed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαργυρώνω εξαργυρώνομαι
εσύ — you εξαργυρώνεις εξαργυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαργυρώνει εξαργυρώνεται
εμείς — we εξαργυρώνουμε, εξαργυρώνομε εξαργυρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξαργυρώνετε εξαργυρώνεστε, εξαργυρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαργυρώνουν(ε) εξαργυρώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαργύρωνα εξαργυρωνόμουν(α)
εσύ — you εξαργύρωνες εξαργυρωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαργύρωνε εξαργυρωνόταν(ε)
εμείς — we εξαργυρώναμε εξαργυρωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξαργυρώνατε εξαργυρωνόσαστε, εξαργυρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαργύρωναν, εξαργυρώναν(ε) εξαργυρώνονταν, εξαργυρωνόντανε, εξαργυρωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαργύρωσα εξαργυρώθηκα
εσύ — you εξαργύρωσες εξαργυρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαργύρωσε εξαργυρώθηκε
εμείς — we εξαργυρώσαμε εξαργυρωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξαργυρώσατε εξαργυρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαργύρωσαν, εξαργυρώσαν(ε) εξαργυρώθηκαν, εξαργυρωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξαργυρώσει έχω εξαργυρωθεί
εσύ — you έχεις εξαργυρώσει έχεις εξαργυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξαργυρώσει έχει εξαργυρωθεί
εμείς — we έχουμε εξαργυρώσει έχουμε εξαργυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξαργυρώσει έχετε εξαργυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξαργυρώσει έχουν εξαργυρωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξαργυρώσει είχα εξαργυρωθεί
εσύ — you είχες εξαργυρώσει είχες εξαργυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξαργυρώσει είχε εξαργυρωθεί
εμείς — we είχαμε εξαργυρώσει είχαμε εξαργυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξαργυρώσει είχατε εξαργυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξαργυρώσει είχαν εξαργυρωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαργυρώνω θα εξαργυρώνομαι
εσύ — you θα εξαργυρώνεις θα εξαργυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαργυρώνει θα εξαργυρώνεται
εμείς — we θα εξαργυρώνουμε, θα εξαργυρώνομε θα εξαργυρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαργυρώνετε θα εξαργυρώνεστε, θα εξαργυρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαργυρώνουν(ε) θα εξαργυρώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαργυρώσω θα εξαργυρωθώ
εσύ — you θα εξαργυρώσεις θα εξαργυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαργυρώσει θα εξαργυρωθεί
εμείς — we θα εξαργυρώσουμε, θα εξαργυρώσομε θα εξαργυρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαργυρώσετε θα εξαργυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαργυρώσουν θα εξαργυρωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξαργυρώσει θα έχω εξαργυρωθεί
εσύ — you θα έχεις εξαργυρώσει θα έχεις εξαργυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξαργυρώσει θα έχει εξαργυρωθεί
εμείς — we θα έχουμε εξαργυρώσει θα έχουμε εξαργυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξαργυρώσει θα έχετε εξαργυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξαργυρώσει θα έχουν εξαργυρωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαργυρώνω να εξαργυρώνομαι
εσύ — you να εξαργυρώνεις να εξαργυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαργυρώνει να εξαργυρώνεται
εμείς — we να εξαργυρώνουμε, να εξαργυρώνομε να εξαργυρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξαργυρώνετε να εξαργυρώνεστε, να εξαργυρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαργυρώνουν(ε) να εξαργυρώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαργυρώσω να εξαργυρωθώ
εσύ — you να εξαργυρώσεις να εξαργυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαργυρώσει να εξαργυρωθεί
εμείς — we να εξαργυρώσουμε, να εξαργυρώσομε να εξαργυρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξαργυρώσετε να εξαργυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαργυρώσουν(ε) να εξαργυρωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξαργυρώσει να έχω εξαργυρωθεί
εσύ — you να έχεις εξαργυρώσει να έχεις εξαργυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξαργυρώσει να έχει εξαργυρωθεί
εμείς — we να έχουμε εξαργυρώσει να έχουμε εξαργυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξαργυρώσει να έχετε εξαργυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξαργυρώσει να έχουν εξαργυρωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξαργύρωνε εξαργυρώνετε — —
Simple εξαργύρωσε εξαργυρώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξαργυρωμένος, -η, -ο describes a cashed or redeemed item. Personal passive forms and commands are uncommon because the usual subjects are cheques, vouchers or points.

Εξαργύρωσε το κουπόνι πριν λήξει.

Redeem the voucher before it expires.

Η επιταγή έχει εξαργυρωθεί.

The cheque has been cashed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξαργυρώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksargurono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksargurono/