εξακριβώνω (eksakribono) — to ascertain

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξακριβώνω means to ascertain, verify or establish the facts. The passive usually concerns a fact, cause or identity being established.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξακριβώνω εξακριβώνομαι
εσύ — you εξακριβώνεις εξακριβώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξακριβώνει εξακριβώνεται
εμείς — we εξακριβώνουμε, εξακριβώνομε εξακριβωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξακριβώνετε εξακριβώνεστε, εξακριβωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξακριβώνουν(ε) εξακριβώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξακρίβωνα εξακριβωνόμουν(α)
εσύ — you εξακρίβωνες εξακριβωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξακρίβωνε εξακριβωνόταν(ε)
εμείς — we εξακριβώναμε εξακριβωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξακριβώνατε εξακριβωνόσαστε, εξακριβωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξακρίβωναν, εξακριβώναν(ε) εξακριβώνονταν, εξακριβωνόντανε, εξακριβωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξακρίβωσα εξακριβώθηκα
εσύ — you εξακρίβωσες εξακριβώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξακρίβωσε εξακριβώθηκε
εμείς — we εξακριβώσαμε εξακριβωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξακριβώσατε εξακριβωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξακρίβωσαν, εξακριβώσαν(ε) εξακριβώθηκαν, εξακριβωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξακριβώσει έχω εξακριβωθεί
εσύ — you έχεις εξακριβώσει έχεις εξακριβωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξακριβώσει έχει εξακριβωθεί
εμείς — we έχουμε εξακριβώσει έχουμε εξακριβωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξακριβώσει έχετε εξακριβωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξακριβώσει έχουν εξακριβωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξακριβώσει είχα εξακριβωθεί
εσύ — you είχες εξακριβώσει είχες εξακριβωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξακριβώσει είχε εξακριβωθεί
εμείς — we είχαμε εξακριβώσει είχαμε εξακριβωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξακριβώσει είχατε εξακριβωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξακριβώσει είχαν εξακριβωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξακριβώνω θα εξακριβώνομαι
εσύ — you θα εξακριβώνεις θα εξακριβώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξακριβώνει θα εξακριβώνεται
εμείς — we θα εξακριβώνουμε, θα εξακριβώνομε θα εξακριβωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξακριβώνετε θα εξακριβώνεστε, θα εξακριβωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξακριβώνουν(ε) θα εξακριβώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξακριβώσω θα εξακριβωθώ
εσύ — you θα εξακριβώσεις θα εξακριβωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξακριβώσει θα εξακριβωθεί
εμείς — we θα εξακριβώσουμε, θα εξακριβώσομε θα εξακριβωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξακριβώσετε θα εξακριβωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξακριβώσουν θα εξακριβωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξακριβώσει θα έχω εξακριβωθεί
εσύ — you θα έχεις εξακριβώσει θα έχεις εξακριβωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξακριβώσει θα έχει εξακριβωθεί
εμείς — we θα έχουμε εξακριβώσει θα έχουμε εξακριβωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξακριβώσει θα έχετε εξακριβωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξακριβώσει θα έχουν εξακριβωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξακριβώνω να εξακριβώνομαι
εσύ — you να εξακριβώνεις να εξακριβώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξακριβώνει να εξακριβώνεται
εμείς — we να εξακριβώνουμε, να εξακριβώνομε να εξακριβωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξακριβώνετε να εξακριβώνεστε, να εξακριβωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξακριβώνουν(ε) να εξακριβώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξακριβώσω να εξακριβωθώ
εσύ — you να εξακριβώσεις να εξακριβωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξακριβώσει να εξακριβωθεί
εμείς — we να εξακριβώσουμε, να εξακριβώσομε να εξακριβωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξακριβώσετε να εξακριβωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξακριβώσουν(ε) να εξακριβωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξακριβώσει να έχω εξακριβωθεί
εσύ — you να έχεις εξακριβώσει να έχεις εξακριβωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξακριβώσει να έχει εξακριβωθεί
εμείς — we να έχουμε εξακριβώσει να έχουμε εξακριβωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξακριβώσει να έχετε εξακριβωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξακριβώσει να έχουν εξακριβωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξακρίβωνε εξακριβώνετε — —
Simple εξακρίβωσε εξακριβώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξακριβωμένος, -η, -ο means verified or established. Personal passive commands are uncommon.

Εξακριβώστε τα στοιχεία πριν τα στείλετε.

Verify the details before sending them.

Η αιτία δεν έχει εξακριβωθεί.

The cause has not been established.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξακριβώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksakribono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksakribono/