εξαιρώ (eksairo) — to exclude

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξαιρώ means to exclude or exempt someone or something from a rule, group or calculation. εξαιρούμαι means to be excluded or exempt.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαιρώ εξαιρούμαι
εσύ — you εξαιρείς εξαιρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαιρεί εξαιρείται
εμείς — we εξαιρούμε εξαιρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξαιρείτε εξαιρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαιρούν(ε) εξαιρούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαιρούσα εξαιρούμουν
εσύ — you εξαιρούσες εξαιρούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαιρούσε εξαιρούνταν, εξαιρείτο
εμείς — we εξαιρούσαμε εξαιρούμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξαιρούσατε εξαιρούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαιρούσαν(ε) εξαιρούνταν, εξαιρούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξαίρεσα εξαιρέθηκα
εσύ — you εξαίρεσες εξαιρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξαίρεσε εξαιρέθηκε
εμείς — we εξαιρέσαμε εξαιρεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξαιρέσατε εξαιρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξαίρεσαν, εξαιρέσαν(ε) εξαιρέθηκαν, εξαιρεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξαιρέσει έχω εξαιρεθεί
εσύ — you έχεις εξαιρέσει έχεις εξαιρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξαιρέσει έχει εξαιρεθεί
εμείς — we έχουμε εξαιρέσει έχουμε εξαιρεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξαιρέσει έχετε εξαιρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξαιρέσει έχουν εξαιρεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξαιρέσει είχα εξαιρεθεί
εσύ — you είχες εξαιρέσει είχες εξαιρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξαιρέσει είχε εξαιρεθεί
εμείς — we είχαμε εξαιρέσει είχαμε εξαιρεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξαιρέσει είχατε εξαιρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξαιρέσει είχαν εξαιρεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαιρώ θα εξαιρούμαι
εσύ — you θα εξαιρείς θα εξαιρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαιρεί θα εξαιρείται
εμείς — we θα εξαιρούμε θα εξαιρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαιρείτε θα εξαιρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαιρούν(ε) θα εξαιρούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαιρέσω θα εξαιρεθώ
εσύ — you θα εξαιρέσεις θα εξαιρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαιρέσει θα εξαιρεθεί
εμείς — we θα εξαιρέσουμε, θα εξαιρέσομε θα εξαιρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαιρέσετε θα εξαιρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαιρέσουν(ε) θα εξαιρεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξαιρέσει θα έχω εξαιρεθεί
εσύ — you θα έχεις εξαιρέσει θα έχεις εξαιρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξαιρέσει θα έχει εξαιρεθεί
εμείς — we θα έχουμε εξαιρέσει θα έχουμε εξαιρεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξαιρέσει θα έχετε εξαιρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξαιρέσει θα έχουν εξαιρεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαιρώ να εξαιρούμαι
εσύ — you να εξαιρείς να εξαιρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαιρεί να εξαιρείται
εμείς — we να εξαιρούμε να εξαιρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξαιρείτε να εξαιρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαιρούν(ε) να εξαιρούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαιρέσω να εξαιρεθώ
εσύ — you να εξαιρέσεις να εξαιρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαιρέσει να εξαιρεθεί
εμείς — we να εξαιρέσουμε, να εξαιρέσομε να εξαιρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξαιρέσετε να εξαιρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαιρέσουν(ε) να εξαιρεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξαιρέσει να έχω εξαιρεθεί
εσύ — you να έχεις εξαιρέσει να έχεις εξαιρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξαιρέσει να έχει εξαιρεθεί
εμείς — we να έχουμε εξαιρέσει να έχουμε εξαιρεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξαιρέσει να έχετε εξαιρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξαιρέσει να έχουν εξαιρεθεί

Imperative · Προστακτική

For continuing action, να εξαιρείς / να εξαιρείτε can be used. Passive commands are uncommon and context dependent.

Simple: εξαίρεσε (εσύ); εξαιρέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξαιρούμενος, -η, -ο means excluded or exempted. Do not confuse εξαιρώ with εξαίρω, “praise / extol”, which is pronounced the same.

Τα παιδιά εξαιρούνται από τον κανόνα.

Children are exempt from the rule.

Εξαίρεσε αυτή την περίπτωση από τον υπολογισμό.

Exclude this case from the calculation.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξαιρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksairo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksairo/