εξάγω (eksago) — to export

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξάγω means to export. In formal contexts it also means to extract or derive, as in εξάγω συμπεράσματα, “draw conclusions”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξάγω εξάγομαι
εσύ — you εξάγεις εξάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξάγει εξάγεται
εμείς — we εξάγουμε, εξάγομε εξαγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξάγετε εξάγεστε, εξαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξάγουν(ε) εξάγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξήγα εξαγόμουν(α)
εσύ — you εξήγες εξαγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξήγε εξαγόταν(ε)
εμείς — we εξήγαμε εξαγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξήγατε εξαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξήγαν εξάγονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξήγαγα εξάχθηκα
εσύ — you εξήγαγες εξάχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξήγαγε εξάχθηκε, εξήχθη
εμείς — we εξαγάγαμε εξαχθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξαγάγατε εξαχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξήγαγαν εξάχθηκαν, εξήχθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξαγάγει έχω εξαχθεί
εσύ — you έχεις εξαγάγει έχεις εξαχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξαγάγει έχει εξαχθεί
εμείς — we έχουμε εξαγάγει έχουμε εξαχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξαγάγει έχετε εξαχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξαγάγει έχουν εξαχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξαγάγει είχα εξαχθεί
εσύ — you είχες εξαγάγει είχες εξαχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξαγάγει είχε εξαχθεί
εμείς — we είχαμε εξαγάγει είχαμε εξαχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξαγάγει είχατε εξαχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξαγάγει είχαν εξαχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξάγω θα εξάγομαι
εσύ — you θα εξάγεις θα εξάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξάγει θα εξάγεται
εμείς — we θα εξάγουμε, θα εξάγομε θα εξαγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξάγετε θα εξάγεστε, θα εξαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξάγουν(ε) θα εξάγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξαγάγω θα εξαχθώ
εσύ — you θα εξαγάγεις θα εξαχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξαγάγει θα εξαχθεί
εμείς — we θα εξαγάγουμε, θα εξαγάγομε θα εξαχθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξαγάγετε θα εξαχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξαγάγουν(ε) θα εξαχθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξαγάγει θα έχω εξαχθεί
εσύ — you θα έχεις εξαγάγει θα έχεις εξαχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξαγάγει θα έχει εξαχθεί
εμείς — we θα έχουμε εξαγάγει θα έχουμε εξαχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξαγάγει θα έχετε εξαχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξαγάγει θα έχουν εξαχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξάγω να εξάγομαι
εσύ — you να εξάγεις να εξάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξάγει να εξάγεται
εμείς — we να εξάγουμε, να εξάγομε να εξαγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξάγετε να εξάγεστε, να εξαγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξάγουν(ε) να εξάγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξαγάγω να εξαχθώ
εσύ — you να εξαγάγεις να εξαχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξαγάγει να εξαχθεί
εμείς — we να εξαγάγουμε, να εξαγάγομε να εξαχθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξαγάγετε να εξαχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξαγάγουν(ε) να εξαχθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξαγάγει να έχω εξαχθεί
εσύ — you να έχεις εξαγάγει να έχεις εξαχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξαγάγει να έχει εξαχθεί
εμείς — we να έχουμε εξαγάγει να έχουμε εξαχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξαγάγει να έχετε εξαχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξαγάγει να έχουν εξαχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έξαγε εξάγετε — —
Simple εξάγαγε εξαγάγετε — εξαχθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The perfective forms have no past augment: θα εξαγάγω, να εξαγάγεις, έχω εξαγάγει. The simple past is εξήγαγα.
  • The passive usually concerns goods or something extracted. Personal forms and commands are uncommon. εξήχθη / εξήχθησαν are learned third-person past forms.
  • Do not confuse εξάγω with εξηγώ, “explain”.

Η εταιρεία εξάγει ελαιόλαδο.

The company exports olive oil.

Δεν μπορούμε ακόμη να εξαγάγουμε συμπεράσματα.

We cannot draw conclusions yet.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξάγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksago/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksago/