συγχωρώ (sugxoro) — to forgive (συγχώρεσα forms)

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συγχωρώ — to forgive; excuse.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συγχωρώ συγχωρούμαι
εσύ — you συγχωρείς συγχωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συγχωρεί συγχωρείται
εμείς — we συγχωρούμε συγχωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) συγχωρείτε συγχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συγχωρούν(ε) συγχωρούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συγχωρούσα συγχωρούμουν
εσύ — you συγχωρούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συγχωρούσε συγχωρούνταν, συγχωρείτο
εμείς — we συγχωρούσαμε συγχωρούμασταν
εσείς — you (plural / polite) συγχωρούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they συγχωρούσαν(ε) συγχωρούνταν, συγχωρούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συγχώρεσα συγχωρέθηκα
εσύ — you συγχώρεσες συγχωρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συγχώρεσε συγχωρέθηκε
εμείς — we συγχωρέσαμε συγχωρεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συγχωρέσατε συγχωρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συγχώρεσαν, συγχωρέσαν(ε) συγχωρέθηκαν, συγχωρεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συγχωρέσει έχω συγχωρεθεί
εσύ — you έχεις συγχωρέσει έχεις συγχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συγχωρέσει έχει συγχωρεθεί
εμείς — we έχουμε συγχωρέσει έχουμε συγχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συγχωρέσει έχετε συγχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συγχωρέσει έχουν συγχωρεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συγχωρέσει είχα συγχωρεθεί
εσύ — you είχες συγχωρέσει είχες συγχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συγχωρέσει είχε συγχωρεθεί
εμείς — we είχαμε συγχωρέσει είχαμε συγχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συγχωρέσει είχατε συγχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συγχωρέσει είχαν συγχωρεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συγχωρώ θα συγχωρούμαι
εσύ — you θα συγχωρείς θα συγχωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συγχωρεί θα συγχωρείται
εμείς — we θα συγχωρούμε θα συγχωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συγχωρείτε θα συγχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συγχωρούν(ε) θα συγχωρούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συγχωρέσω θα συγχωρεθώ
εσύ — you θα συγχωρέσεις θα συγχωρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συγχωρέσει θα συγχωρεθεί
εμείς — we θα συγχωρέσουμε θα συγχωρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συγχωρέσετε θα συγχωρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συγχωρέσουν(ε) θα συγχωρεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συγχωρέσει θα έχω συγχωρεθεί
εσύ — you θα έχεις συγχωρέσει θα έχεις συγχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συγχωρέσει θα έχει συγχωρεθεί
εμείς — we θα έχουμε συγχωρέσει θα έχουμε συγχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συγχωρέσει θα έχετε συγχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συγχωρέσει θα έχουν συγχωρεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συγχωρώ να συγχωρούμαι
εσύ — you να συγχωρείς να συγχωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συγχωρεί να συγχωρείται
εμείς — we να συγχωρούμε να συγχωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συγχωρείτε να συγχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συγχωρούν(ε) να συγχωρούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συγχωρέσω να συγχωρεθώ
εσύ — you να συγχωρέσεις να συγχωρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συγχωρέσει να συγχωρεθεί
εμείς — we να συγχωρέσουμε, να συγχωρέσομε να συγχωρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συγχωρέσετε να συγχωρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συγχωρέσουν(ε) να συγχωρεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συγχωρέσει να έχω συγχωρεθεί
εσύ — you να έχεις συγχωρέσει να έχεις συγχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συγχωρέσει να έχει συγχωρεθεί
εμείς — we να έχουμε συγχωρέσει να έχουμε συγχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συγχωρέσει να έχετε συγχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συγχωρέσει να έχουν συγχωρεθεί

Imperative · Προστακτική

The common short command is συγχώρα; continuous plural συγχωράτε. The polite expression με συγχωρείτε means excuse me.

Simple: συγχώρεσε (εσύ); συγχωρέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both η and ε perfective series are valid: συγχώρησα / συγχωρήσω and συγχώρεσα / συγχωρέσω. This table consistently shows the ε series.
  • The -ούμαι passive is formal; conversational συγχωριέμαι is also used. Rare personal imperfect cells are not listed.
  • The agreeing participles συγχωρημένος and συγχωρεμένος describe a forgiven state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Με συγχώρεσε για το λάθος μου.

She forgave me for my mistake.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συγχωρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sugxoro76/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sugxoro76/