Sugxoro76

Sugxoro76

ΣΥΓΧΩΡΩ
I forgive
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
συγχωρώ, συγχωράω συγχωρούμε συγχωρούμαι συγχωρούμαστε
συγχωρείς συγχωρείτε συγχωρείσαι συγχωρείστε
συγχωρεί συγχωρούν(ε) συγχωρείται συγχωρούνται
Imper
fect
συγχωρούσα συγχωρούσαμε συγχωρούμουν συγχωρούμαστε
συγχωρούσες συγχωρούσατε
συγχωρούσε συγχωρούσαν(ε) συγχωρούνταν, συγχωρείτο συγχωρούνταν, συγχωρούντο
Aorist συγχώρεσα συγχωρέσαμε συγχωρέθηκα συγχωρεθήκαμε
συγχώρεσες συγχωρέσατε συγχωρέθηκες συγχωρεθήκατε
συγχώρεσε συγχώρεσαν, συγχωρέσαν(ε) συγχωρέθηκε συγχωρέθηκαν, συγχωρεθήκαν(ε)
Perf
ect
έχω συγχωρέσει
έχω συγχωρεμένο
έχουμε συγχωρέσει
έχουμε συγχωρεμένο
έχω συγχωρεθεί
είμαι συγχωρεμένος, -η
έχουμε συγχωρεθεί
είμαστε συγχωρεμένοι, -ες
έχεις συγχωρέσει
έχεις συγχωρεμένο
έχετε συγχωρέσει
έχετε συγχωρεμένο
έχεις συγχωρεθεί
είσαι συγχωρεμένος, -η
έχετε συγχωρεθεί
είστε συγχωρεμένοι, -ες
έχει συγχωρέσει
έχει συγχωρεμένο
έχουν συγχωρέσει
έχουν συγχωρεμένο
έχει συγχωρεθεί
είναι συγχωρεμένος, -η, -ο
έχουν συγχωρεθεί
είναι συγχωρεμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ect
είχα συγχωρέσει
είχα συγχωρεμένο
είχαμε συγχωρέσει
είχαμε συγχωρεμένο
είχα συγχωρεθεί
ήμουν συγχωρεμένος, -η
είχαμε συγχωρεθεί
ήμαστε συγχωρεμένοι, -ες
είχες συγχωρέσει
είχες συγχωρεμένο
είχατε συγχωρέσει
είχατε συγχωρεμένο
είχες συγχωρεθεί
έσουν συγχωρεμένος, -η
είχατε συγχωρεθεί
έσαστε συγχωρεμένοι, -ες
είχε συγχωρέσει
είχε συγχωρεμένο
είχαν συγχωρέσει
είχαν συγχωρεμένο
είχε συγχωρεθεί
ήταν συγχωρεμένος, -η, -ο
είχαν συγχωρεθεί
ήταν συγχωρεμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα συγχωρώ θα συγχωρούμε θα συγχωρούμαι θα συγχωρούμαστε
θα συγχωρείς θα συγχωρείτε θα συγχωρείσαι θα συγχωρείστε
θα συγχωρεί θα συγχωρούν(ε) θα συγχωρείται θα συγχωρούνται
Simp
Fut
θα συγχωρέσω θα συγχωρέσουμε θα συγχωρεθώ θα συγχωρεθούμε
θα συγχωρέσεις θα συγχωρέσετε θα συγχωρεθείς θα συγχωρεθείτε
θα συγχωρέσει θα συγχωρέσουν(ε) θα συγχωρεθεί θα συγχωρεθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω συγχωρέσει
θα έχω συγχωρεμένο
θα έχουμε συγχωρέσει
θα έχουμε συγχωρεμένο
θα έχω συγχωρεθεί
θα είμαι συγχωρεμένος, -η
θα έχουμε συγχωρεθεί
θα είμαστε συγχωρεμένοι, -ες
θα έχεις συγχωρέσει
θα έχεις συγχωρεμένο
θα έχετε συγχωρέσει
θα έχετε συγχωρεμένο
θα έχεις συγχωρεθεί
θα είσαι συγχωρεμένος, -η
θα έχετε συγχωρεθεί
θα είστε συγχωρεμένοι, -η
θα έχει συγχωρέσει
θα έχει συγχωρεμένο
θα έχουν συγχωρέσει
θα έχουν συγχωρεμένο
θα έχει συγχωρεθεί
θα είναι συγχωρεμένος, -η, -ο
θα έχουν συγχωρεθεί
θα είναι συγχωρεμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να συγχωρώ να συγχωρούμε να συγχωρούμαι να συγχωρούμαστε
να συγχωρείς να συγχωρείτε να συγχωρείσαι να συγχωρείστε
να συγχωρεί να συγχωρούν(ε) να συγχωρείται να συγχωρούνται
Aorist να συγχωρέσω να συγχωρέσουμε, να συγχωρέσομε να συγχωρεθώ να συγχωρεθούμε
να συγχωρέσεις να συγχωρέσετε να συγχωρεθείς να συγχωρεθείτε
να συγχωρέσει να συγχωρέσουν(ε) να συγχωρεθεί να συγχωρεθούν(ε)
Perf να έχω συγχωρέσει
να έχω συγχωρεμένο
να έχουμε συγχωρέσει
να έχουμε συγχωρεμένο
να έχω συγχωρεθεί
να είμαι συγχωρεμένος, -η
να έχουμε συγχωρεθεί
να είμαστε συγχωρεμένοι, -ες
να έχεις συγχωρέσει
να έχεις συγχωρεμένο
να έχετε συγχωρεσεί
να έχετε συγχωρεμένο
να έχεις συγχωρεθεί
να είσαι συγχωρεμένος, -η
να έχετε συγχωρεθεί
να είστε συγχωρεμένοι, -ες
να έχει συγχωρέσει
να έχει συγχωρεμένο
να έχουν συγχωρέσει
να έχουν συγχωρεμένο
να έχει συγχωρεθεί
να είναι συγχωρεμένος, -η, -ο
να έχουν συγχωρεθεί
να είναι συγχωρεμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres συγχωρείτε συγχωρείστε
Aorist συγχώρεσε συγχωρέστε, συγχωρέσετε συγχωρέσου συγχωρεθείτε
Part
iciple
Pres συγχωρώντας
Perf έχοντας συγχωρέσει, έχοντας συγχωρεμένο συγχωρεμένος, -η, -ο συγχωρεμένοι, -ες, -α
Infin Aorist συγχωρέσει συγχωρεθεί


2017-03-22T01:56:59+00:00