διορίζω (diorizo) — to appoint

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διορίζω means to appoint someone to a post or position. διορίζομαι means to be appointed or obtain an appointment.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διορίζω διορίζομαι
εσύ — you διορίζεις διορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διορίζει διορίζεται
εμείς — we διορίζουμε, διορίζομε διοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διορίζετε διορίζεστε, διοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διορίζουν(ε) διορίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διόριζα διοριζόμουν(α)
εσύ — you διόριζες διοριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διόριζε διοριζόταν(ε)
εμείς — we διορίζαμε διοριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διορίζατε διοριζόσαστε, διοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διόριζαν, διορίζαν(ε) διορίζονταν, διοριζόντανε, διοριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διόρισα διορίστηκα
εσύ — you διόρισες διορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διόρισε διορίστηκε
εμείς — we διορίσαμε διοριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διορίσατε διοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διόρισαν, διορίσαν(ε) διορίστηκαν, διοριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διορίσει έχω διοριστεί
εσύ — you έχεις διορίσει έχεις διοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διορίσει έχει διοριστεί
εμείς — we έχουμε διορίσει έχουμε διοριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διορίσει έχετε διοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διορίσει έχουν διοριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διορίσει είχα διοριστεί
εσύ — you είχες διορίσει είχες διοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διορίσει είχε διοριστεί
εμείς — we είχαμε διορίσει είχαμε διοριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διορίσει είχατε διοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διορίσει είχαν διοριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διορίζω θα διορίζομαι
εσύ — you θα διορίζεις θα διορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διορίζει θα διορίζεται
εμείς — we θα διορίζουμε, θα διορίζομε θα διοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διορίζετε θα διορίζεστε, θα διοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διορίζουν(ε) θα διορίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διορίσω θα διοριστώ
εσύ — you θα διορίσεις θα διοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διορίσει θα διοριστεί
εμείς — we θα διορίσουμε, θα διορίσομε θα διοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διορίσετε θα διοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διορίσουν(ε) θα διοριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διορίσει θα έχω διοριστεί
εσύ — you θα έχεις διορίσει θα έχεις διοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διορίσει θα έχει διοριστεί
εμείς — we θα έχουμε διορίσει θα έχουμε διοριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διορίσει θα έχετε διοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διορίσει θα έχουν διοριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διορίζω να διορίζομαι
εσύ — you να διορίζεις να διορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διορίζει να διορίζεται
εμείς — we να διορίζουμε, να διορίζομε να διοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διορίζετε να διορίζεστε, να διοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διορίζουν(ε) να διορίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διορίσω να διοριστώ
εσύ — you να διορίσεις να διοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διορίσει να διοριστεί
εμείς — we να διορίσουμε, να διορίσομε να διοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διορίσετε να διοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διορίσουν(ε) να διοριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διορίσει να έχω διοριστεί
εσύ — you να έχεις διορίσει να έχεις διοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διορίσει να έχει διοριστεί
εμείς — we να έχουμε διορίσει να έχουμε διοριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διορίσει να έχετε διοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διορίσει να έχουν διοριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διόριζε διορίζετε — διορίζεστε
Simple διόρισε διορίστε διορίσου διοριστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διορισμένος, -η, -ο describes someone appointed to a post. Passive commands are context dependent.

Διορίστηκε διευθυντής του σχολείου.

He was appointed head of the school.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διορίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /diorizo/