διπλασιάζω (diplasiazo) — to double

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διπλασιάζω means to double something. διπλασιάζομαι means to double in size or amount, or be doubled.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διπλασιάζω διπλασιάζομαι
εσύ — you διπλασιάζεις διπλασιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διπλασιάζει διπλασιάζεται
εμείς — we διπλασιάζουμε, διπλασιάζομε διπλασιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διπλασιάζετε διπλασιάζεστε, διπλασιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διπλασιάζουν(ε) διπλασιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διπλασίαζα διπλασιαζόμουν(α)
εσύ — you διπλασίαζες διπλασιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διπλασίαζε διπλασιαζόταν(ε)
εμείς — we διπλασιάζαμε διπλασιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διπλασιάζατε διπλασιαζόσαστε, διπλασιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διπλασίαζαν, διπλασιάζαν(ε) διπλασιάζονταν, διπλασιαζόντανε, διπλασιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διπλασίασα διπλασιάστηκα
εσύ — you διπλασίασες διπλασιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διπλασίασε διπλασιάστηκε
εμείς — we διπλασιάσαμε διπλασιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διπλασιάσατε διπλασιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διπλασίασαν, διπλασιάσαν(ε) διπλασιάστηκαν, διπλασιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διπλασιάσει έχω διπλασιαστεί
εσύ — you έχεις διπλασιάσει έχεις διπλασιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διπλασιάσει έχει διπλασιαστεί
εμείς — we έχουμε διπλασιάσει έχουμε διπλασιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διπλασιάσει έχετε διπλασιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διπλασιάσει έχουν διπλασιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διπλασιάσει είχα διπλασιαστεί
εσύ — you είχες διπλασιάσει είχες διπλασιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διπλασιάσει είχε διπλασιαστεί
εμείς — we είχαμε διπλασιάσει είχαμε διπλασιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διπλασιάσει είχατε διπλασιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διπλασιάσει είχαν διπλασιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διπλασιάζω θα διπλασιάζομαι
εσύ — you θα διπλασιάζεις θα διπλασιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διπλασιάζει θα διπλασιάζεται
εμείς — we θα διπλασιάζουμε, θα διπλασιάζομε θα διπλασιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διπλασιάζετε θα διπλασιάζεστε, θα διπλασιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διπλασιάζουν(ε) θα διπλασιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διπλασιάσω θα διπλασιαστώ
εσύ — you θα διπλασιάσεις θα διπλασιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διπλασιάσει θα διπλασιαστεί
εμείς — we θα διπλασιάσουμε, θα διπλασιάσομε θα διπλασιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διπλασιάσετε θα διπλασιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διπλασιάσουν(ε) θα διπλασιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διπλασιάσει θα έχω διπλασιαστεί
εσύ — you θα έχεις διπλασιάσει θα έχεις διπλασιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διπλασιάσει θα έχει διπλασιαστεί
εμείς — we θα έχουμε διπλασιάσει θα έχουμε διπλασιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διπλασιάσει θα έχετε διπλασιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διπλασιάσει θα έχουν διπλασιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διπλασιάζω να διπλασιάζομαι
εσύ — you να διπλασιάζεις να διπλασιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διπλασιάζει να διπλασιάζεται
εμείς — we να διπλασιάζουμε, να διπλασιάζομε να διπλασιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διπλασιάζετε να διπλασιάζεστε, να διπλασιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διπλασιάζουν(ε) να διπλασιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διπλασιάσω να διπλασιαστώ
εσύ — you να διπλασιάσεις να διπλασιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διπλασιάσει να διπλασιαστεί
εμείς — we να διπλασιάσουμε, να διπλασιάσομε να διπλασιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διπλασιάσετε να διπλασιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διπλασιάσουν να διπλασιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διπλασιάσει να έχω διπλασιαστεί
εσύ — you να έχεις διπλασιάσει να έχεις διπλασιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διπλασιάσει να έχει διπλασιαστεί
εμείς — we να έχουμε διπλασιάσει να έχουμε διπλασιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διπλασιάσει να έχετε διπλασιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διπλασιάσει να έχουν διπλασιαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διπλασίαζε διπλασιάζετε — —
Simple διπλασίασε διπλασιάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διπλασιασμένος, -η, -ο describes a doubled quantity. First- and second-person passive forms and commands require an unusual context.

Διπλασίασε την ποσότητα του νερού.

Double the amount of water.

Οι πωλήσεις διπλασιάστηκαν.

Sales doubled.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διπλασιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diplasiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /diplasiazo/