Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διπλώνω — to fold

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διπλώνω means to fold. διπλώνομαι can mean to be folded or bend double, for example from laughter or pain.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διπλώνω διπλώνομαι
εσύ — you διπλώνεις διπλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διπλώνει διπλώνεται
εμείς — we διπλώνουμε, διπλώνομε διπλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διπλώνετε διπλώνεστε, διπλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διπλώνουν(ε) διπλώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δίπλωνα διπλωνόμουν(α)
εσύ — you δίπλωνες διπλωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίπλωνε διπλωνόταν(ε)
εμείς — we διπλώναμε διπλωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διπλώνατε διπλωνόσαστε, διπλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίπλωναν, διπλώναν(ε) διπλώνονταν, διπλωνόντανε, διπλωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δίπλωσα διπλώθηκα
εσύ — you δίπλωσες διπλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίπλωσε διπλώθηκε
εμείς — we διπλώσαμε διπλωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διπλώσατε διπλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίπλωσαν, διπλώσαν(ε) διπλώθηκαν, διπλωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διπλώσει έχω διπλωθεί
εσύ — you έχεις διπλώσει έχεις διπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διπλώσει έχει διπλωθεί
εμείς — we έχουμε διπλώσει έχουμε διπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διπλώσει έχετε διπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διπλώσει έχουν διπλωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διπλώσει είχα διπλωθεί
εσύ — you είχες διπλώσει είχες διπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διπλώσει είχε διπλωθεί
εμείς — we είχαμε διπλώσει είχαμε διπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διπλώσει είχατε διπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διπλώσει είχαν διπλωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διπλώνω θα διπλώνομαι
εσύ — you θα διπλώνεις θα διπλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διπλώνει θα διπλώνεται
εμείς — we θα διπλώνουμε, θα διπλώνομε θα διπλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διπλώνετε θα διπλώνεστε, θα διπλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διπλώνουν(ε) θα διπλώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διπλώσω θα διπλωθώ
εσύ — you θα διπλώσεις θα διπλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διπλώσει θα διπλωθεί
εμείς — we θα διπλώσουμε, θα διπλώσομε θα διπλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διπλώσετε θα διπλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διπλώσουν θα διπλωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διπλώσει θα έχω διπλωθεί
εσύ — you θα έχεις διπλώσει θα έχεις διπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διπλώσει θα έχει διπλωθεί
εμείς — we θα έχουμε διπλώσει θα έχουμε διπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διπλώσει θα έχετε διπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διπλώσει θα έχουν διπλωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διπλώνω να διπλώνομαι
εσύ — you να διπλώνεις να διπλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διπλώνει να διπλώνεται
εμείς — we να διπλώνουμε, να διπλώνομε να διπλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διπλώνετε να διπλώνεστε, να διπλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διπλώνουν(ε) να διπλώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διπλώσω να διπλωθώ
εσύ — you να διπλώσεις να διπλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διπλώσει να διπλωθεί
εμείς — we να διπλώσουμε, να διπλώσομε να διπλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διπλώσετε να διπλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διπλώσουν(ε) να διπλωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διπλώσει να έχω διπλωθεί
εσύ — you να έχεις διπλώσει να έχεις διπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διπλώσει να έχει διπλωθεί
εμείς — we να έχουμε διπλώσει να έχουμε διπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διπλώσει να έχετε διπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διπλώσει να έχουν διπλωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δίπλωνε διπλώνετε — διπλώνεστε
Simple δίπλωσε διπλώστε διπλώσου διπλωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διπλωμένος, -η, -ο describes the folded state and agrees with its noun.

Δίπλωσε το χαρτί στη μέση.

Fold the paper in half.

Διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια.

She doubled over with laughter.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διπλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diplono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diplono/