Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
δίνω: core forms & usage
to give
Remember δίνω → έδωσα → θα δώσω. The past plural is δώσαμε, without the initial έ-.
Δίνω το βιβλίο στον φίλο μου.
I give the book to my friend.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | δίνω |
| you (singular) | δίνεις |
| he / she / it | δίνει |
| we | δίνουμε, δίνομε |
| you (plural or polite) | δίνετε |
| they | δίνουν, δίνουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έδινα |
| you (singular) | έδινες |
| he / she / it | έδινε |
| we | δίναμε |
| you (plural or polite) | δίνατε |
| they | έδιναν, δίναν, δίνανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έδωσα |
| you (singular) | έδωσες |
| he / she / it | έδωσε |
| we | δώσαμε |
| you (plural or polite) | δώσατε |
| they | έδωσαν, δώσαν, δώσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα δώσω |
| you (singular) | θα δώσεις |
| he / she / it | θα δώσει |
| we | θα δώσουμε, θα δώσομε |
| you (plural or polite) | θα δώσετε |
| they | θα δώσουν, θα δώσουνε |
See this verb in use
Σου δίνω το βιβλίο.
I am giving you the book.
Σου identifies the recipient, “to you”, while το βιβλίο is the thing given. Compare δίνω, I give, with παίρνω, I take or receive.
Compare the meanings: παίρνω (pairno) — to take; to get; to receive
δίνω means to give. Its irregular perfective forms are έδωσα, θα δώσω and έχω δώσει; the passive uses δόθηκα, θα δοθώ and έχω δοθεί.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δίνω | δίνομαι |
| εσύ — you | δίνεις | δίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δίνει | δίνεται |
| εμείς — we | δίνουμε, δίνομε | δινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δίνετε | δίνεστε, δινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δίνουν(ε) | δίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έδινα | δινόμουν(α) |
| εσύ — you | έδινες | δινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έδινε | δινόταν(ε) |
| εμείς — we | δίναμε | δινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δίνατε | δινόσαστε, δινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έδιναν, δίναν(ε) | δίνονταν, δινόντανε, δινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έδωσα | δόθηκα |
| εσύ — you | έδωσες | δόθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έδωσε | δόθηκε |
| εμείς — we | δώσαμε | δοθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δώσατε | δοθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έδωσαν, δώσαν(ε) | δόθηκαν, δοθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δώσει | έχω δοθεί |
| εσύ — you | έχεις δώσει | έχεις δοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δώσει | έχει δοθεί |
| εμείς — we | έχουμε δώσει | έχουμε δοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δώσει | έχετε δοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δώσει | έχουν δοθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δώσει | είχα δοθεί |
| εσύ — you | είχες δώσει | είχες δοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δώσει | είχε δοθεί |
| εμείς — we | είχαμε δώσει | είχαμε δοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δώσει | είχατε δοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δώσει | είχαν δοθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δίνω | θα δίνομαι |
| εσύ — you | θα δίνεις | θα δίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δίνει | θα δίνεται |
| εμείς — we | θα δίνουμε, θα δίνομε | θα δινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δίνετε | θα δίνεστε, θα δινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δίνουν(ε) | θα δίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δώσω | θα δοθώ |
| εσύ — you | θα δώσεις | θα δοθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δώσει | θα δοθεί |
| εμείς — we | θα δώσουμε, θα δώσομε | θα δοθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δώσετε | θα δοθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δώσουν(ε) | θα δοθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δώσει | θα έχω δοθεί |
| εσύ — you | θα έχεις δώσει | θα έχεις δοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δώσει | θα έχει δοθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δώσει | θα έχουμε δοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δώσει | θα έχετε δοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δώσει | θα έχουν δοθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δίνω | να δίνομαι |
| εσύ — you | να δίνεις | να δίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δίνει | να δίνεται |
| εμείς — we | να δίνουμε, να δίνομε | να δινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δίνετε | να δίνεστε, να δινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δίνουν(ε) | να δίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δώσω | να δοθώ |
| εσύ — you | να δώσεις | να δοθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δώσει | να δοθεί |
| εμείς — we | να δώσουμε, να δώσομε | να δοθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δώσετε | να δοθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δώσουν(ε) | να δοθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δώσει | να έχω δοθεί |
| εσύ — you | να έχεις δώσει | να έχεις δοθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δώσει | να έχει δοθεί |
| εμείς — we | να έχουμε δώσει | να έχουμε δοθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δώσει | να έχετε δοθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δώσει | να έχουν δοθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | δίνε | δίνετε | — | δίνεστε |
| Simple | δώσε | δώστε | δώσου | δοθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Write δώσω / δώσει with ω but δόθηκα / δοθεί with ο.
- δοσμένος, -η, -ο describes something given or a person devoted to something; it is not a universal substitute for the perfect tense.
- δίδω / δίδομαι are learned variants. The ordinary active commands are δίνε / δίνετε for repeated giving and δώσε / δώστε for a single act. Passive commands often have a figurative meaning such as devoting oneself.
Δώσε μου το βιβλίο, παρακαλώ.
Give me the book, please.
Η απάντηση έχει ήδη δοθεί.
The answer has already been given.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δίνω.
https://moderngreekverbs.com/dino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.