δηλώνω (dilono) — to declare

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δηλώνω means to state, declare, report or register something. The passive δηλώνομαι means to be declared or registered; its precise meaning depends on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δηλώνω δηλώνομαι
εσύ — you δηλώνεις δηλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δηλώνει δηλώνεται
εμείς — we δηλώνουμε, δηλώνομε δηλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δηλώνετε δηλώνεστε, δηλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δηλώνουν(ε) δηλώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δήλωνα δηλωνόμουν(α)
εσύ — you δήλωνες δηλωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δήλωνε δηλωνόταν(ε)
εμείς — we δηλώναμε δηλωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δηλώνατε δηλωνόσαστε, δηλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δήλωναν, δηλώναν(ε) δηλώνονταν, δηλωνόντανε, δηλωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δήλωσα δηλώθηκα
εσύ — you δήλωσες δηλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δήλωσε δηλώθηκε
εμείς — we δηλώσαμε δηλωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δηλώσατε δηλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δήλωσαν, δηλώσαν(ε) δηλώθηκαν, δηλωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δηλώσει έχω δηλωθεί
εσύ — you έχεις δηλώσει έχεις δηλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δηλώσει έχει δηλωθεί
εμείς — we έχουμε δηλώσει έχουμε δηλωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δηλώσει έχετε δηλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δηλώσει έχουν δηλωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δηλώσει είχα δηλωθεί
εσύ — you είχες δηλώσει είχες δηλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δηλώσει είχε δηλωθεί
εμείς — we είχαμε δηλώσει είχαμε δηλωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δηλώσει είχατε δηλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δηλώσει είχαν δηλωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δηλώνω θα δηλώνομαι
εσύ — you θα δηλώνεις θα δηλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δηλώνει θα δηλώνεται
εμείς — we θα δηλώνουμε, θα δηλώνομε θα δηλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δηλώνετε θα δηλώνεστε, θα δηλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δηλώνουν(ε) θα δηλώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δηλώσω θα δηλωθώ
εσύ — you θα δηλώσεις θα δηλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δηλώσει θα δηλωθεί
εμείς — we θα δηλώσουμε, θα δηλώσομε θα δηλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δηλώσετε θα δηλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δηλώσουν θα δηλωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δηλώσει θα έχω δηλωθεί
εσύ — you θα έχεις δηλώσει θα έχεις δηλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δηλώσει θα έχει δηλωθεί
εμείς — we θα έχουμε δηλώσει θα έχουμε δηλωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δηλώσει θα έχετε δηλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δηλώσει θα έχουν δηλωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δηλώνω να δηλώνομαι
εσύ — you να δηλώνεις να δηλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δηλώνει να δηλώνεται
εμείς — we να δηλώνουμε, να δηλώνομε να δηλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δηλώνετε να δηλώνεστε, να δηλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δηλώνουν(ε) να δηλώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δηλώσω να δηλωθώ
εσύ — you να δηλώσεις να δηλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δηλώσει να δηλωθεί
εμείς — we να δηλώσουμε, να δηλώσομε να δηλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δηλώσετε να δηλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δηλώσουν(ε) να δηλωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δηλώσει να έχω δηλωθεί
εσύ — you να έχεις δηλώσει να έχεις δηλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δηλώσει να έχει δηλωθεί
εμείς — we να έχουμε δηλώσει να έχουμε δηλωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δηλώσει να έχετε δηλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δηλώσει να έχουν δηλωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δήλωνε δηλώνετε — δηλώνεστε
Simple δήλωσε δηλώστε δηλώσου δηλωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • δηλωμένος, -η, -ο describes a declared or registered state. To register for an event, δήλωσε συμμετοχή is a common active construction.
  • The plural command is δηλώστε; δηλώσετε is a finite form used after words such as να or θα.

Δηλώστε συμμετοχή μέχρι την Παρασκευή.

Register your participation by Friday.

Η αλλαγή έχει δηλωθεί στην υπηρεσία.

The change has been reported to the office.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δηλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dilono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /dilono/