Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
δημιουργώ means to create, make or bring about. The passive δημιουργούμαι means to be created or arise, as with a problem or opportunity.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δημιουργώ | δημιουργούμαι |
| εσύ — you | δημιουργείς | δημιουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δημιουργεί | δημιουργείται |
| εμείς — we | δημιουργούμε | δημιουργούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δημιουργείτε | δημιουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δημιουργούν(ε) | δημιουργούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δημιουργούσα | δημιουργούμουν |
| εσύ — you | δημιουργούσες | δημιουργούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δημιουργούσε | δημιουργούνταν, δημιουργείτο |
| εμείς — we | δημιουργούσαμε | δημιουργούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δημιουργούσατε | δημιουργούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δημιουργούσαν(ε) | δημιουργούνταν, δημιουργούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δημιούργησα | δημιουργήθηκα |
| εσύ — you | δημιούργησες | δημιουργήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δημιούργησε | δημιουργήθηκε |
| εμείς — we | δημιουργήσαμε | δημιουργηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δημιουργήσατε | δημιουργηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δημιούργησαν, δημιουργήσαν(ε) | δημιουργήθηκαν, δημιουργηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δημιουργήσει | έχω δημιουργηθεί |
| εσύ — you | έχεις δημιουργήσει | έχεις δημιουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δημιουργήσει | έχει δημιουργηθεί |
| εμείς — we | έχουμε δημιουργήσει | έχουμε δημιουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δημιουργήσει | έχετε δημιουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δημιουργήσει | έχουν δημιουργηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δημιουργήσει | είχα δημιουργηθεί |
| εσύ — you | είχες δημιουργήσει | είχες δημιουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δημιουργήσει | είχε δημιουργηθεί |
| εμείς — we | είχαμε δημιουργήσει | είχαμε δημιουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δημιουργήσει | είχατε δημιουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δημιουργήσει | είχαν δημιουργηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δημιουργώ | θα δημιουργούμαι |
| εσύ — you | θα δημιουργείς | θα δημιουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δημιουργεί | θα δημιουργείται |
| εμείς — we | θα δημιουργούμε | θα δημιουργούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δημιουργείτε | θα δημιουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δημιουργούν(ε) | θα δημιουργούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δημιουργήσω | θα δημιουργηθώ |
| εσύ — you | θα δημιουργήσεις | θα δημιουργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δημιουργήσει | θα δημιουργηθεί |
| εμείς — we | θα δημιουργήσουμε | θα δημιουργηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δημιουργήσετε | θα δημιουργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δημιουργήσουν(ε) | θα δημιουργηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δημιουργήσει | θα έχω δημιουργηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις δημιουργήσει | θα έχεις δημιουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δημιουργήσει | θα έχει δημιουργηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δημιουργήσει | θα έχουμε δημιουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δημιουργήσει | θα έχετε δημιουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δημιουργήσει | θα έχουν δημιουργηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δημιουργώ | να δημιουργούμαι |
| εσύ — you | να δημιουργείς | να δημιουργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δημιουργεί | να δημιουργείται |
| εμείς — we | να δημιουργούμε | να δημιουργούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δημιουργείτε | να δημιουργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δημιουργούν(ε) | να δημιουργούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δημιουργήσω | να δημιουργηθώ |
| εσύ — you | να δημιουργήσεις | να δημιουργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δημιουργήσει | να δημιουργηθεί |
| εμείς — we | να δημιουργήσουμε, να δημιουργήσομε | να δημιουργηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δημιουργήσετε | να δημιουργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δημιουργήσουν(ε) | να δημιουργηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δημιουργήσει | να έχω δημιουργηθεί |
| εσύ — you | να έχεις δημιουργήσει | να έχεις δημιουργηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δημιουργήσει | να έχει δημιουργηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε δημιουργήσει | να έχουμε δημιουργηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δημιουργήσει | να έχετε δημιουργηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δημιουργήσει | να έχουν δημιουργηθεί |
Imperative · Προστακτική
For an ongoing or repeated action, use να δημιουργείς / να δημιουργείτε. Passive commands are uncommon; να δημιουργηθεί expresses “let it be created” in a suitable context.
Simple: δημιούργησε (εσύ); δημιουργήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- δημιουργημένος, -η, -ο is a result participle. In ordinary descriptions, έχει δημιουργηθεί is often more natural than a personal είμαι δημιουργημένος construction.
- δημιουργούμενος, -η, -ο describes something being created.
Δημιούργησε έναν νέο φάκελο.
Create a new folder.
Δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα.
A problem arose.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δημιουργώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dimiourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/dimiourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.