Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δηλητηριάζω — to poison

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δηλητηριάζω means to poison. The passive δηλητηριάζομαι means to be poisoned or suffer poisoning. Figuratively, the verb can describe something spoiling an atmosphere or relationship.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δηλητηριάζω δηλητηριάζομαι
εσύ — you δηλητηριάζεις δηλητηριάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δηλητηριάζει δηλητηριάζεται
εμείς — we δηλητηριάζουμε, δηλητηριάζομε δηλητηριαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δηλητηριάζετε δηλητηριάζεστε, δηλητηριαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δηλητηριάζουν(ε) δηλητηριάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δηλητηρίαζα δηλητηριαζόμουν(α)
εσύ — you δηλητηρίαζες δηλητηριαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δηλητηρίαζε δηλητηριαζόταν(ε)
εμείς — we δηλητηριάζαμε δηλητηριαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δηλητηριάζατε δηλητηριαζόσαστε, δηλητηριαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δηλητηρίαζαν, δηλητηριάζαν(ε) δηλητηριάζονταν, δηλητηριαζόντανε, δηλητηριαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δηλητηρίασα δηλητηριάστηκα
εσύ — you δηλητηρίασες δηλητηριάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δηλητηρίασε δηλητηριάστηκε
εμείς — we δηλητηριάσαμε δηλητηριαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δηλητηριάσατε δηλητηριαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δηλητηρίασαν, δηλητηριάσαν(ε) δηλητηριάστηκαν, δηλητηριαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δηλητηριάσει έχω δηλητηριαστεί
εσύ — you έχεις δηλητηριάσει έχεις δηλητηριαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δηλητηριάσει έχει δηλητηριαστεί
εμείς — we έχουμε δηλητηριάσει έχουμε δηλητηριαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δηλητηριάσει έχετε δηλητηριαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δηλητηριάσει έχουν δηλητηριαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δηλητηριάσει είχα δηλητηριαστεί
εσύ — you είχες δηλητηριάσει είχες δηλητηριαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δηλητηριάσει είχε δηλητηριαστεί
εμείς — we είχαμε δηλητηριάσει είχαμε δηλητηριαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δηλητηριάσει είχατε δηλητηριαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δηλητηριάσει είχαν δηλητηριαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δηλητηριάζω θα δηλητηριάζομαι
εσύ — you θα δηλητηριάζεις θα δηλητηριάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δηλητηριάζει θα δηλητηριάζεται
εμείς — we θα δηλητηριάζουμε, θα δηλητηριάζομε θα δηλητηριαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δηλητηριάζετε θα δηλητηριάζεστε, θα δηλητηριαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δηλητηριάζουν(ε) θα δηλητηριάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δηλητηριάσω θα δηλητηριαστώ
εσύ — you θα δηλητηριάσεις θα δηλητηριαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δηλητηριάσει θα δηλητηριαστεί
εμείς — we θα δηλητηριάσουμε, θα δηλητηριάσομε θα δηλητηριαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δηλητηριάσετε θα δηλητηριαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δηλητηριάσουν(ε) θα δηλητηριαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δηλητηριάσει θα έχω δηλητηριαστεί
εσύ — you θα έχεις δηλητηριάσει θα έχεις δηλητηριαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δηλητηριάσει θα έχει δηλητηριαστεί
εμείς — we θα έχουμε δηλητηριάσει θα έχουμε δηλητηριαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δηλητηριάσει θα έχετε δηλητηριαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δηλητηριάσει θα έχουν δηλητηριαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δηλητηριάζω να δηλητηριάζομαι
εσύ — you να δηλητηριάζεις να δηλητηριάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δηλητηριάζει να δηλητηριάζεται
εμείς — we να δηλητηριάζουμε, να δηλητηριάζομε να δηλητηριαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δηλητηριάζετε να δηλητηριάζεστε, να δηλητηριαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δηλητηριάζουν(ε) να δηλητηριάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δηλητηριάσω να δηλητηριαστώ
εσύ — you να δηλητηριάσεις να δηλητηριαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δηλητηριάσει να δηλητηριαστεί
εμείς — we να δηλητηριάσουμε, να δηλητηριάσομε να δηλητηριαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δηλητηριάσετε να δηλητηριαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δηλητηριάσουν(ε) να δηλητηριαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δηλητηριάσει να έχω δηλητηριαστεί
εσύ — you να έχεις δηλητηριάσει να έχεις δηλητηριαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δηλητηριάσει να έχει δηλητηριαστεί
εμείς — we να έχουμε δηλητηριάσει να έχουμε δηλητηριαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δηλητηριάσει να έχετε δηλητηριαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δηλητηριάσει να έχουν δηλητηριαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δηλητηρίαζε δηλητηριάζετε — δηλητηριάζεστε
Simple δηλητηρίασε δηλητηριάστε δηλητηριάσου δηλητηριαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • δηλητηριασμένος, -η, -ο describes a poisoned state. The tables show grammatical command forms; commands to poison or be poisoned are not ordinary conversational requests.

Το νερό είχε δηλητηριαστεί.

The water had been poisoned.

Η καχυποψία δηλητηρίασε τη σχέση τους.

Suspicion poisoned their relationship.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δηλητηριάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dilitiriazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dilitiriazo/