Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διατηρώ — to keep; to maintain; to preserve

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διατηρώ means to keep, maintain or preserve. The passive διατηρούμαι means to be preserved or remain in a condition.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατηρώ διατηρούμαι
εσύ — you διατηρείς διατηρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατηρεί διατηρείται
εμείς — we διατηρούμε διατηρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) διατηρείτε διατηρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατηρούν(ε) διατηρούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατηρούσα διατηρούμουν
εσύ — you διατηρούσες διατηρούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατηρούσε διατηρούνταν, διατηρείτο
εμείς — we διατηρούσαμε διατηρούμασταν
εσείς — you (plural / polite) διατηρούσατε διατηρούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατηρούσαν(ε) διατηρούνταν, διατηρούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατήρησα διατηρήθηκα
εσύ — you διατήρησες διατηρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατήρησε διατηρήθηκε
εμείς — we διατηρήσαμε διατηρηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διατηρήσατε διατηρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατήρησαν, διατηρήσαν(ε) διατηρήθηκαν, διατηρηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διατηρήσει έχω διατηρηθεί
εσύ — you έχεις διατηρήσει έχεις διατηρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διατηρήσει έχει διατηρηθεί
εμείς — we έχουμε διατηρήσει έχουμε διατηρηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διατηρήσει έχετε διατηρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διατηρήσει έχουν διατηρηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διατηρήσει είχα διατηρηθεί
εσύ — you είχες διατηρήσει είχες διατηρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διατηρήσει είχε διατηρηθεί
εμείς — we είχαμε διατηρήσει είχαμε διατηρηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διατηρήσει είχατε διατηρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διατηρήσει είχαν διατηρηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διατηρώ θα διατηρούμαι
εσύ — you θα διατηρείς θα διατηρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διατηρεί θα διατηρείται
εμείς — we θα διατηρούμε θα διατηρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διατηρείτε θα διατηρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διατηρούν(ε) θα διατηρούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διατηρήσω θα διατηρηθώ
εσύ — you θα διατηρήσεις θα διατηρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διατηρήσει θα διατηρηθεί
εμείς — we θα διατηρήσουμε θα διατηρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διατηρήσετε θα διατηρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διατηρήσουν(ε) θα διατηρηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διατηρήσει θα έχω διατηρηθεί
εσύ — you θα έχεις διατηρήσει θα έχεις διατηρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διατηρήσει θα έχει διατηρηθεί
εμείς — we θα έχουμε διατηρήσει θα έχουμε διατηρηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διατηρήσει θα έχετε διατηρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διατηρήσει θα έχουν διατηρηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διατηρώ να διατηρούμαι
εσύ — you να διατηρείς να διατηρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διατηρεί να διατηρείται
εμείς — we να διατηρούμε να διατηρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διατηρείτε να διατηρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διατηρούν(ε) να διατηρούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διατηρήσω να διατηρηθώ
εσύ — you να διατηρήσεις να διατηρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διατηρήσει να διατηρηθεί
εμείς — we να διατηρήσουμε, να διατηρήσομε να διατηρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διατηρήσετε να διατηρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διατηρήσουν(ε) να διατηρηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διατηρήσει να έχω διατηρηθεί
εσύ — you να έχεις διατηρήσει να έχεις διατηρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διατηρήσει να έχει διατηρηθεί
εμείς — we να έχουμε διατηρήσει να έχουμε διατηρηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διατηρήσει να έχετε διατηρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διατηρήσει να έχουν διατηρηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διατήρει διατηρείτε — διατηρείστε
Simple διατήρησε διατηρήστε διατηρήσου διατηρηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διατηρημένος, -η, -ο describes something preserved or maintained. Passive commands are context dependent; everyday instructions commonly use an active command with an object.

Διατηρήστε το προϊόν στο ψυγείο.

Keep the product in the refrigerator.

Το κτίριο διατηρείται σε καλή κατάσταση.

The building is kept in good condition.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διατηρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diatiro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diatiro/