Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαθλώ — to refract

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαθλώ means to refract: to change the direction of light or another wave as it passes between media. It is a scientific verb, commonly used with light, rays or waves as subjects or objects.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαθλώ διαθλώμαι
εσύ — you διαθλάς διαθλάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαθλά διαθλάται
εμείς — we διαθλούμε διαθλόμαστε, διαθλώμεθα
εσείς — you (plural / polite) διαθλάτε διαθλάστε, διαθλάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαθλούν(ε) διαθλώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαθλούσα —
εσύ — you διαθλούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαθλούσε διαθλάτο
εμείς — we διαθλούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) διαθλούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαθλούσαν(ε) διαθλώντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέθλασα διαθλάστηκα
εσύ — you διέθλασες διαθλάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέθλασε διαθλάστηκε
εμείς — we διαθλάσαμε διαθλαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαθλάσατε διαθλαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέθλασαν, διαθλάσανε διαθλάστηκαν, διαθλαστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαθλάσει έχω διαθλαστεί
εσύ — you έχεις διαθλάσει έχεις διαθλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαθλάσει έχει διαθλαστεί
εμείς — we έχουμε διαθλάσει έχουμε διαθλαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαθλάσει έχετε διαθλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαθλάσει έχουν διαθλαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαθλάσει είχα διαθλαστεί
εσύ — you είχες διαθλάσει είχες διαθλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαθλάσει είχε διαθλαστεί
εμείς — we είχαμε διαθλάσει είχαμε διαθλαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαθλάσει είχατε διαθλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαθλάσει είχαν διαθλαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαθλώ θα διαθλώμαι
εσύ — you θα διαθλάς θα διαθλάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαθλά θα διαθλάται
εμείς — we θα διαθλούμε θα διαθλόμαστε, θα διαθλώμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα διαθλάτε θα διαθλάστε, θα διαθλάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαθλούν(ε) θα διαθλώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαθλάσω θα διαθλαστώ
εσύ — you θα διαθλάσεις θα διαθλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαθλάσει θα διαθλαστεί
εμείς — we θα διαθλάσουμε, θα διαθλάσομε θα διαθλαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαθλάσετε θα διαθλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαθλάσουν(ε) θα διαθλαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαθλάσει θα έχω διαθλαστεί
εσύ — you θα έχεις διαθλάσει θα έχεις διαθλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαθλάσει θα έχει διαθλαστεί
εμείς — we θα έχουμε διαθλάσει θα έχουμε διαθλαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαθλάσει θα έχετε διαθλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαθλάσει θα έχουν διαθλαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαθλώ να διαθλώμαι
εσύ — you να διαθλάς να διαθλάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαθλά να διαθλάται
εμείς — we να διαθλούμε να διαθλόμαστε, να διαθλώμεθα
εσείς — you (plural / polite) να διαθλάτε να διαθλάστε, να διαθλάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαθλούν(ε) να διαθλώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαθλάσω να διαθλαστώ
εσύ — you να διαθλάσεις να διαθλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαθλάσει να διαθλαστεί
εμείς — we να διαθλάσουμε, να διαθλάσομε να διαθλαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαθλάσετε να διαθλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαθλάσουν(ε) να διαθλαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαθλάσει να έχω διαθλαστεί
εσύ — you να έχεις διαθλάσει να έχεις διαθλαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαθλάσει να έχει διαθλαστεί
εμείς — we να έχουμε διαθλάσει να έχουμε διαθλαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαθλάσει να έχετε διαθλαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαθλάσει να έχουν διαθλαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — διαθλάτε — —
Simple διάθλασε διαθλάστε — διαθλαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διαθλώμενος, -η, -ο means “being refracted”.
  • The learned passive imperfect διαθλάτο / διαθλώντο is mainly encountered in the third person; other uncommon personal forms are left unlisted.
  • The simple singular command is διάθλασε. Imperatives and first- or second-person passive forms need a suitable scientific or figurative context.

Το φως διαθλάται όταν περνά από τον αέρα στο νερό.

Light is refracted when it passes from air into water.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαθλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diathlo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diathlo/