Modern Greek verb conjugation
ανακλώ · to reflect (light, heat or sound)
Passive: ανακλώμαι.
Το φως ανακλάται στον καθρέφτη. — The light is reflected in the mirror.
Technical meaning: Used especially in physics for reflection. It does not mean to think something over. Formal alternatives include ανακλώμεθα / ανακλάσθε. Personal passive imperfect forms are uncommon; a dash means no learner model is supplied, not that a form is impossible.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακλώ | ανακλώμαι |
| εσύ · you | ανακλάς | ανακλάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακλά | ανακλάται |
| εμείς · we | ανακλούμε | ανακλόμαστε, ανακλώμεθα |
| εσείς · you | ανακλάτε | ανακλάστε, ανακλάσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακλούν(ε) | ανακλώνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακλούσα | — |
| εσύ · you | ανακλούσες | — |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακλούσε | ανακλάτο |
| εμείς · we | ανακλούσαμε | — |
| εσείς · you | ανακλούσατε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακλούσαν(ε) | ανακλώντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάκλασα, ανέκλασα | ανακλάστηκα |
| εσύ · you | ανάκλασες, ανέκλασες | ανακλάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάκλασε, ανέκλασε | ανακλάστηκε |
| εμείς · we | ανακλάσαμε | ανακλαστήκαμε |
| εσείς · you | ανακλάσατε | ανακλαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάκλασαν, ανέκλασαν, ανακλάσανε | ανακλάστηκαν, ανακλαστήκανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ανακλάσει | έχω ανακλαστεί |
| εσύ · you | έχεις ανακλάσει | έχεις ανακλαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανακλάσει | έχει ανακλαστεί |
| εμείς · we | έχουμε ανακλάσει | έχουμε ανακλαστεί |
| εσείς · you | έχετε ανακλάσει | έχετε ανακλαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανακλάσει | έχουν ανακλαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ανακλάσει | είχα ανακλαστεί |
| εσύ · you | είχες ανακλάσει | είχες ανακλαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανακλάσει | είχε ανακλαστεί |
| εμείς · we | είχαμε ανακλάσει | είχαμε ανακλαστεί |
| εσείς · you | είχατε ανακλάσει | είχατε ανακλαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανακλάσει | είχαν ανακλαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανακλώ | θα ανακλώμαι |
| εσύ · you | θα ανακλάς | θα ανακλάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανακλά | θα ανακλάται |
| εμείς · we | θα ανακλούμε | θα ανακλόμαστε, θα ανακλώμεθα |
| εσείς · you | θα ανακλάτε | θα ανακλάστε, θα ανακλάσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανακλούν(ε) | θα ανακλώνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανακλάσω | θα ανακλαστώ |
| εσύ · you | θα ανακλάσεις | θα ανακλαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανακλάσει | θα ανακλαστεί |
| εμείς · we | θα ανακλάσουμε, θα ανακλάσομε | θα ανακλαστούμε |
| εσείς · you | θα ανακλάσετε | θα ανακλαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανακλάσουν(ε) | θα ανακλαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανακλάσει | θα έχω ανακλαστεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανακλάσει | θα έχεις ανακλαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανακλάσει | θα έχει ανακλαστεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανακλάσει | θα έχουμε ανακλαστεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανακλάσει | θα έχετε ανακλαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανακλάσει | θα έχουν ανακλαστεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανακλώ | να ανακλώμαι |
| εσύ · you | να ανακλάς | να ανακλάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανακλά | να ανακλάται |
| εμείς · we | να ανακλούμε | να ανακλόμαστε, να ανακλώμεθα |
| εσείς · you | να ανακλάτε | να ανακλάστε, να ανακλάσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανακλούν(ε) | να ανακλώνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανακλάσω | να ανακλαστώ |
| εσύ · you | να ανακλάσεις | να ανακλαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανακλάσει | να ανακλαστεί |
| εμείς · we | να ανακλάσουμε, να ανακλάσομε | να ανακλαστούμε |
| εσείς · you | να ανακλάσετε | να ανακλαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανακλάσουν(ε) | να ανακλαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανακλάσει | να έχω ανακλαστεί |
| εσύ · you | να έχεις ανακλάσει | να έχεις ανακλαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανακλάσει | να έχει ανακλαστεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανακλάσει | να έχουμε ανακλαστεί |
| εσείς · you | να έχετε ανακλάσει | να έχετε ανακλαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανακλάσει | να έχουν ανακλαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανακλάτε (plural).
Simple active: ανάκλασε / ανακλάστε.
Simple passive: ανακλάσου / ανακλαστείτε; use depends on the meaning and context.
Spelling: ανακλάστε is an affirmative active command; να ανακλάσετε is subjunctive. Commands are mostly relevant to specialised contexts.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανακλώντας; ανακλώμενος, ανακλώμενη, ανακλώμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας ανακλάσει / έχοντας ανακλαστεί.
Passive participle: ανακλασμένος, ανακλασμένη, ανακλασμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: ανακλάσει / ανακλαστεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anaklo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.