Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διατυπώνω — to express

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διατυπώνω means to express, formulate or put into words. The passive is usually used of ideas, questions or statements being formulated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατυπώνω διατυπώνομαι
εσύ — you διατυπώνεις διατυπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατυπώνει διατυπώνεται
εμείς — we διατυπώνουμε, διατυπώνομε διατυπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διατυπώνετε διατυπώνεστε, διατυπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατυπώνουν(ε) διατυπώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατύπωνα διατυπωνόμουν(α)
εσύ — you διατύπωνες διατυπωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατύπωνε διατυπωνόταν(ε)
εμείς — we διατυπώναμε διατυπωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διατυπώνατε διατυπωνόσαστε, διατυπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατύπωναν, διατυπώναν(ε) διατυπώνονταν, διατυπωνόντανε, διατυπωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατύπωσα διατυπώθηκα
εσύ — you διατύπωσες διατυπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατύπωσε διατυπώθηκε
εμείς — we διατυπώσαμε διατυπωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διατυπώσατε διατυπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατύπωσαν, διατυπώσαν(ε) διατυπώθηκαν, διατυπωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διατυπώσει έχω διατυπωθεί
εσύ — you έχεις διατυπώσει έχεις διατυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διατυπώσει έχει διατυπωθεί
εμείς — we έχουμε διατυπώσει έχουμε διατυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διατυπώσει έχετε διατυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διατυπώσει έχουν διατυπωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διατυπώσει είχα διατυπωθεί
εσύ — you είχες διατυπώσει είχες διατυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διατυπώσει είχε διατυπωθεί
εμείς — we είχαμε διατυπώσει είχαμε διατυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διατυπώσει είχατε διατυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διατυπώσει είχαν διατυπωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διατυπώνω θα διατυπώνομαι
εσύ — you θα διατυπώνεις θα διατυπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διατυπώνει θα διατυπώνεται
εμείς — we θα διατυπώνουμε, θα διατυπώνομε θα διατυπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διατυπώνετε θα διατυπώνεστε, θα διατυπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διατυπώνουν(ε) θα διατυπώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διατυπώσω θα διατυπωθώ
εσύ — you θα διατυπώσεις θα διατυπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διατυπώσει θα διατυπωθεί
εμείς — we θα διατυπώσουμε, θα διατυπώσομε θα διατυπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διατυπώσετε θα διατυπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διατυπώσουν θα διατυπωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διατυπώσει θα έχω διατυπωθεί
εσύ — you θα έχεις διατυπώσει θα έχεις διατυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διατυπώσει θα έχει διατυπωθεί
εμείς — we θα έχουμε διατυπώσει θα έχουμε διατυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διατυπώσει θα έχετε διατυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διατυπώσει θα έχουν διατυπωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διατυπώνω να διατυπώνομαι
εσύ — you να διατυπώνεις να διατυπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διατυπώνει να διατυπώνεται
εμείς — we να διατυπώνουμε, να διατυπώνομε να διατυπωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διατυπώνετε να διατυπώνεστε, να διατυπωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διατυπώνουν(ε) να διατυπώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διατυπώσω να διατυπωθώ
εσύ — you να διατυπώσεις να διατυπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διατυπώσει να διατυπωθεί
εμείς — we να διατυπώσουμε, να διατυπώσομε να διατυπωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διατυπώσετε να διατυπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διατυπώσουν(ε) να διατυπωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διατυπώσει να έχω διατυπωθεί
εσύ — you να έχεις διατυπώσει να έχεις διατυπωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διατυπώσει να έχει διατυπωθεί
εμείς — we να έχουμε διατυπώσει να έχουμε διατυπωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διατυπώσει να έχετε διατυπωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διατυπώσει να έχουν διατυπωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διατύπωνε διατυπώνετε — —
Simple διατύπωσε διατυπώστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διατυπωμένος, -η, -ο agrees with the statement or idea: μια καλά διατυπωμένη ερώτηση, a well-worded question.
  • Personal passive commands are unusual; use διατύπωσε / διατυπώστε when asking someone to put an idea into words.

Διατύπωσε την ερώτησή σου με σαφήνεια.

State your question clearly.

Η πρόταση έχει διατυπωθεί γραπτώς.

The proposal has been put in writing.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διατυπώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diatupono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diatupono/