Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ψιθυρίζω — to whisper

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ψιθυρίζω means to whisper.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ψιθυρίζω
εσύ — you ψιθυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψιθυρίζει
εμείς — we ψιθυρίζουμε, ψιθυρίζομε
εσείς — you (plural / polite) ψιθυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψιθυρίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ψιθύριζα
εσύ — you ψιθύριζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψιθύριζε
εμείς — we ψιθυρίζαμε
εσείς — you (plural / polite) ψιθυρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψιθύριζαν, ψιθυρίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ψιθύρισα
εσύ — you ψιθύρισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψιθύρισε
εμείς — we ψιθυρίσαμε
εσείς — you (plural / polite) ψιθυρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψιθύρισαν, ψιθυρίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ψιθυρίσει
εσύ — you έχεις ψιθυρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ψιθυρίσει
εμείς — we έχουμε ψιθυρίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ψιθυρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ψιθυρίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ψιθυρίσει
εσύ — you είχες ψιθυρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ψιθυρίσει
εμείς — we είχαμε ψιθυρίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ψιθυρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ψιθυρίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ψιθυρίζω
εσύ — you θα ψιθυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψιθυρίζει
εμείς — we θα ψιθυρίζουμε, θα ψιθυρίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα ψιθυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψιθυρίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ψιθυρίσω
εσύ — you θα ψιθυρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψιθυρίσει
εμείς — we θα ψιθυρίσουμε, θα ψιθυρίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα ψιθυρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψιθυρίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ψιθυρίσει
εσύ — you θα έχεις ψιθυρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ψιθυρίσει
εμείς — we θα έχουμε ψιθυρίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ψιθυρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ψιθυρίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ψιθυρίζω
εσύ — you να ψιθυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψιθυρίζει
εμείς — we να ψιθυρίζουμε, να ψιθυρίζομε
εσείς — you (plural / polite) να ψιθυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψιθυρίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ψιθυρίσω
εσύ — you να ψιθυρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψιθυρίσει
εμείς — we να ψιθυρίσουμε, να ψιθυρίσομε
εσείς — you (plural / polite) να ψιθυρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψιθυρίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ψιθυρίσει
εσύ — you να έχεις ψιθυρίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ψιθυρίσει
εμείς — we να έχουμε ψιθυρίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ψιθυρίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ψιθυρίσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: ψιθύριζε / ψιθυρίζετε.

Simple: ψιθύρισε (εσύ); ψιθυρίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: ψιθύρισα, θα ψιθυρίσω, έχω ψιθυρίσει.

Μου ψιθύρισε ένα μυστικό.

He/she whispered a secret to me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψιθυρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psithurizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /psithurizo/