Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ψωνίζω — to shop; to buy

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ψωνίζω means to shop or buy things. The middle ψωνίζομαι has special colloquial meanings and does not simply mean “go shopping”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψωνίζω ψωνίζομαι
εσύ — you ψωνίζεις ψωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψωνίζει ψωνίζεται
εμείς — we ψωνίζουμε, ψωνίζομε ψωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ψωνίζετε ψωνίζεστε, ψωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψωνίζουν(ε) ψωνίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψώνιζα ψωνιζόμουν(α)
εσύ — you ψώνιζες ψωνιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψώνιζε ψωνιζόταν(ε)
εμείς — we ψωνίζαμε ψωνιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ψωνίζατε ψωνιζόσαστε, ψωνιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψώνιζαν, ψωνίζαν(ε) ψωνίζονταν, ψωνιζόντανε, ψωνιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ψώνισα ψωνίστηκα
εσύ — you ψώνισες ψωνίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ψώνισε ψωνίστηκε
εμείς — we ψωνίσαμε ψωνιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ψωνίσατε ψωνιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ψώνισαν, ψωνίσαν(ε) ψωνίστηκαν, ψωνιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ψωνίσει έχω ψωνιστεί
εσύ — you έχεις ψωνίσει έχεις ψωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ψωνίσει έχει ψωνιστεί
εμείς — we έχουμε ψωνίσει έχουμε ψωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ψωνίσει έχετε ψωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ψωνίσει έχουν ψωνιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ψωνίσει είχα ψωνιστεί
εσύ — you είχες ψωνίσει είχες ψωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ψωνίσει είχε ψωνιστεί
εμείς — we είχαμε ψωνίσει είχαμε ψωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ψωνίσει είχατε ψωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ψωνίσει είχαν ψωνιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψωνίζω θα ψωνίζομαι
εσύ — you θα ψωνίζεις θα ψωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψωνίζει θα ψωνίζεται
εμείς — we θα ψωνίζουμε, θα ψωνίζομε θα ψωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ψωνίζετε θα ψωνίζεστε, θα ψωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψωνίζουν(ε) θα ψωνίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ψωνίσω θα ψωνιστώ
εσύ — you θα ψωνίσεις θα ψωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ψωνίσει θα ψωνιστεί
εμείς — we θα ψωνίσουμε, θα ψωνίσομε θα ψωνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ψωνίσετε θα ψωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ψωνίσουν(ε) θα ψωνιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ψωνίσει θα έχω ψωνιστεί
εσύ — you θα έχεις ψωνίσει θα έχεις ψωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ψωνίσει θα έχει ψωνιστεί
εμείς — we θα έχουμε ψωνίσει θα έχουμε ψωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ψωνίσει θα έχετε ψωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ψωνίσει θα έχουν ψωνιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψωνίζω να ψωνίζομαι
εσύ — you να ψωνίζεις να ψωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψωνίζει να ψωνίζεται
εμείς — we να ψωνίζουμε, να ψωνίζομε να ψωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ψωνίζετε να ψωνίζεστε, να ψωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψωνίζουν(ε) να ψωνίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ψωνίσω να ψωνιστώ
εσύ — you να ψωνίσεις να ψωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ψωνίσει να ψωνιστεί
εμείς — we να ψωνίσουμε, να ψωνίσομε να ψωνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ψωνίσετε να ψωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ψωνίσουν(ε) να ψωνιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ψωνίσει να έχω ψωνιστεί
εσύ — you να έχεις ψωνίσει να έχεις ψωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ψωνίσει να έχει ψωνιστεί
εμείς — we να έχουμε ψωνίσει να έχουμε ψωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ψωνίσει να έχετε ψωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ψωνίσει να έχουν ψωνιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ψώνιζε / ψωνίζετε.

Simple: ψώνισε (εσύ); ψωνίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ψωνίζομαι can mean to become conceited or full of oneself.

Ψώνισα τρόφιμα για την εβδομάδα.

I bought groceries for the week.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψωνίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psonizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /psonizo/