Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ψωνίζω means to shop or buy things. The middle ψωνίζομαι has special colloquial meanings and does not simply mean “go shopping”.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψωνίζω | ψωνίζομαι |
| εσύ — you | ψωνίζεις | ψωνίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψωνίζει | ψωνίζεται |
| εμείς — we | ψωνίζουμε, ψωνίζομε | ψωνιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψωνίζετε | ψωνίζεστε, ψωνιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψωνίζουν(ε) | ψωνίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψώνιζα | ψωνιζόμουν(α) |
| εσύ — you | ψώνιζες | ψωνιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψώνιζε | ψωνιζόταν(ε) |
| εμείς — we | ψωνίζαμε | ψωνιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ψωνίζατε | ψωνιζόσαστε, ψωνιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψώνιζαν, ψωνίζαν(ε) | ψωνίζονταν, ψωνιζόντανε, ψωνιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψώνισα | ψωνίστηκα |
| εσύ — you | ψώνισες | ψωνίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψώνισε | ψωνίστηκε |
| εμείς — we | ψωνίσαμε | ψωνιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψωνίσατε | ψωνιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψώνισαν, ψωνίσαν(ε) | ψωνίστηκαν, ψωνιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ψωνίσει | έχω ψωνιστεί |
| εσύ — you | έχεις ψωνίσει | έχεις ψωνιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ψωνίσει | έχει ψωνιστεί |
| εμείς — we | έχουμε ψωνίσει | έχουμε ψωνιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ψωνίσει | έχετε ψωνιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ψωνίσει | έχουν ψωνιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ψωνίσει | είχα ψωνιστεί |
| εσύ — you | είχες ψωνίσει | είχες ψωνιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ψωνίσει | είχε ψωνιστεί |
| εμείς — we | είχαμε ψωνίσει | είχαμε ψωνιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ψωνίσει | είχατε ψωνιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ψωνίσει | είχαν ψωνιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψωνίζω | θα ψωνίζομαι |
| εσύ — you | θα ψωνίζεις | θα ψωνίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψωνίζει | θα ψωνίζεται |
| εμείς — we | θα ψωνίζουμε, θα ψωνίζομε | θα ψωνιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψωνίζετε | θα ψωνίζεστε, θα ψωνιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψωνίζουν(ε) | θα ψωνίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψωνίσω | θα ψωνιστώ |
| εσύ — you | θα ψωνίσεις | θα ψωνιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψωνίσει | θα ψωνιστεί |
| εμείς — we | θα ψωνίσουμε, θα ψωνίσομε | θα ψωνιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψωνίσετε | θα ψωνιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψωνίσουν(ε) | θα ψωνιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ψωνίσει | θα έχω ψωνιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις ψωνίσει | θα έχεις ψωνιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ψωνίσει | θα έχει ψωνιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ψωνίσει | θα έχουμε ψωνιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ψωνίσει | θα έχετε ψωνιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ψωνίσει | θα έχουν ψωνιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψωνίζω | να ψωνίζομαι |
| εσύ — you | να ψωνίζεις | να ψωνίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψωνίζει | να ψωνίζεται |
| εμείς — we | να ψωνίζουμε, να ψωνίζομε | να ψωνιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψωνίζετε | να ψωνίζεστε, να ψωνιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψωνίζουν(ε) | να ψωνίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψωνίσω | να ψωνιστώ |
| εσύ — you | να ψωνίσεις | να ψωνιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψωνίσει | να ψωνιστεί |
| εμείς — we | να ψωνίσουμε, να ψωνίσομε | να ψωνιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψωνίσετε | να ψωνιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψωνίσουν(ε) | να ψωνιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ψωνίσει | να έχω ψωνιστεί |
| εσύ — you | να έχεις ψωνίσει | να έχεις ψωνιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ψωνίσει | να έχει ψωνιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε ψωνίσει | να έχουμε ψωνιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ψωνίσει | να έχετε ψωνιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ψωνίσει | να έχουν ψωνιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ψώνιζε / ψωνίζετε.
Simple: ψώνισε (εσύ); ψωνίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- ψωνίζομαι can mean to become conceited or full of oneself.
Ψώνισα τρόφιμα για την εβδομάδα.
I bought groceries for the week.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψωνίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psonizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/psonizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.