Modern Greek Verbs ModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
Print / Save PDF Share verb Copy link
κυματίζω — to wave; to flutter.
Ενεστώτας — Present · Παρατατικός — Imperfect · Αόριστος — Simple past · Παρακείμενος — Present perfect · Υπερσυντέλικος — Past perfect · Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future · Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future · Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect · Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive · Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive · Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive · Usage notes
Ενεστώτας — Present
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
κυματίζω
εσύ — you
κυματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κυματίζει
εμείς — we
κυματίζουμε
εσείς — you (plural / polite)
κυματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κυματίζουν
Παρατατικός — Imperfect
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
κυμάτιζα
εσύ — you
κυμάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κυμάτιζε
εμείς — we
κυματίζαμε
εσείς — you (plural / polite)
κυματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κυμάτιζαν
Αόριστος — Simple past
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
κυμάτισα
εσύ — you
κυμάτισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κυμάτισε
εμείς — we
κυματίσαμε
εσείς — you (plural / polite)
κυματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κυμάτισαν
Παρακείμενος — Present perfect
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
έχω κυματίσει
εσύ — you
έχεις κυματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
έχει κυματίσει
εμείς — we
έχουμε κυματίσει
εσείς — you (plural / polite)
έχετε κυματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they
έχουν κυματίσει
Υπερσυντέλικος — Past perfect
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
είχα κυματίσει
εσύ — you
είχες κυματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
είχε κυματίσει
εμείς — we
είχαμε κυματίσει
εσείς — you (plural / polite)
είχατε κυματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they
είχαν κυματίσει
Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
θα κυματίζω
εσύ — you
θα κυματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα κυματίζει
εμείς — we
θα κυματίζουμε
εσείς — you (plural / polite)
θα κυματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα κυματίζουν
Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
θα κυματίσω
εσύ — you
θα κυματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα κυματίσει
εμείς — we
θα κυματίσουμε
εσείς — you (plural / polite)
θα κυματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα κυματίσουν
Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
θα έχω κυματίσει
εσύ — you
θα έχεις κυματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα έχει κυματίσει
εμείς — we
θα έχουμε κυματίσει
εσείς — you (plural / polite)
θα έχετε κυματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα έχουν κυματίσει
Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
να κυματίζω
εσύ — you
να κυματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να κυματίζει
εμείς — we
να κυματίζουμε
εσείς — you (plural / polite)
να κυματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να κυματίζουν
Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
να κυματίσω
εσύ — you
να κυματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να κυματίσει
εμείς — we
να κυματίσουμε
εσείς — you (plural / polite)
να κυματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να κυματίσουν
Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive
Πρόσωπο — Person
Form
εγώ — I
να έχω κυματίσει
εσύ — you
να έχεις κυματίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να έχει κυματίσει
εμείς — we
να έχουμε κυματίσει
εσείς — you (plural / polite)
να έχετε κυματίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να έχουν κυματίσει
Μετοχές και χρήση — Participles and usage
Κυματίζω describes a flag, fabric, or a surface moving in waves. It is not the usual verb for waving one’s hand; use κουνάω το χέρι. The perfective series is κυμάτισα / κυματίσω / κυματίσει.
Η σημαία κυμάτιζε στον αέρα.
The flag was fluttering in the wind.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κυματίζω .