Modern Greek Verbs ModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
Print / Save PDF Share verb Copy link
κυλάω — to roll; to flow.
Ενεστώτας — Present · Παρατατικός — Imperfect · Αόριστος — Simple past · Παρακείμενος — Present perfect · Υπερσυντέλικος — Past perfect · Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future · Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future · Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect · Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive · Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive · Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive · Usage notes
Ενεστώτας — Present
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
κυλάω, κυλώ
κυλιέμαι
εσύ — you
κυλάς
κυλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κυλάει, κυλά
κυλιέται
εμείς — we
κυλάμε, κυλούμε
κυλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
κυλάτε
κυλιέστε, κυλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κυλάν(ε), κυλούν(ε)
κυλιούνται, κυλιόνται
Παρατατικός — Imperfect
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
κυλούσα, κύλαγα
κυλιόμουν(α)
εσύ — you
κυλούσες, κύλαγες
κυλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κυλούσε, κύλαγε
κυλιόταν(ε)
εμείς — we
κυλούσαμε, κυλάγαμε
κυλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite)
κυλούσατε, κυλάγατε
κυλιόσαστε, κυλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κυλούσαν(ε), κύλαγαν, κυλάγανε
κυλιόνταν(ε), κυλιούνταν, κυλιόντουσαν
Αόριστος — Simple past
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
κύλησα
κυλίστηκα
εσύ — you
κύλησες
κυλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κύλησε
κυλίστηκε
εμείς — we
κυλήσαμε
κυλιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite)
κυλήσατε
κυλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κύλησαν, κυλήσαν(ε)
κυλίστηκαν, κυλιστήκαν(ε)
Παρακείμενος — Present perfect
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
έχω κυλήσει
έχω κυλιστεί
εσύ — you
έχεις κυλήσει
έχεις κυλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
έχει κυλήσει
έχει κυλιστεί
εμείς — we
έχουμε κυλήσει
έχουμε κυλιστεί
εσείς — you (plural / polite)
έχετε κυλήσει
έχετε κυλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
έχουν κυλήσει
έχουν κυλιστεί
Υπερσυντέλικος — Past perfect
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
είχα κυλήσει
είχα κυλιστεί
εσύ — you
είχες κυλήσει
είχες κυλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
είχε κυλήσει
είχε κυλιστεί
εμείς — we
είχαμε κυλήσει
είχαμε κυλιστεί
εσείς — you (plural / polite)
είχατε κυλήσει
είχατε κυλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
είχαν κυλήσει
είχαν κυλιστεί
Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα κυλάω, θα κυλώ
θα κυλιέμαι
εσύ — you
θα κυλάς
θα κυλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα κυλάει, θα κυλά
θα κυλιέται
εμείς — we
θα κυλάμε, θα κυλούμε
θα κυλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
θα κυλάτε
θα κυλιέστε, θα κυλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα κυλάν(ε), θα κυλούν(ε)
θα κυλιούνται, θα κυλιόνται
Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα κυλήσω
θα κυλιστώ
εσύ — you
θα κυλήσεις
θα κυλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα κυλήσει
θα κυλιστεί
εμείς — we
θα κυλήσουμε, θα κυλήσομε
θα κυλιστούμε
εσείς — you (plural / polite)
θα κυλήσετε
θα κυλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα κυλήσουν(ε)
θα κυλιστούν(ε)
Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα έχω κυλήσει
θα έχω κυλιστεί
εσύ — you
θα έχεις κυλήσει
θα έχεις κυλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα έχει κυλήσει
θα έχει κυλιστεί
εμείς — we
θα έχουμε κυλήσει
θα έχουμε κυλιστεί
εσείς — you (plural / polite)
θα έχετε κυλήσει
θα έχετε κυλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα έχουν κυλήσει
θα έχουν κυλιστεί
Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να κυλάω, να κυλώ
να κυλιέμαι
εσύ — you
να κυλάς
να κυλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να κυλάει, να κυλά
να κυλιέται
εμείς — we
να κυλάμε, να κυλούμε
να κυλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
να κυλάτε
να κυλιέστε, να κυλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να κυλάν(ε), να κυλούν(ε)
να κυλιούνται, να κυλιόνται
Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να κυλήσω
να κυλιστώ
εσύ — you
να κυλήσεις
να κυλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να κυλήσει
να κυλιστεί
εμείς — we
να κυλήσουμε, να κυλήσομε
να κυλιστούμε
εσείς — you (plural / polite)
να κυλήσετε
να κυλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να κυλήσουν(ε)
να κυλιστούν(ε)
Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να έχω κυλήσει
να έχω κυλιστεί
εσύ — you
να έχεις κυλήσει
να έχεις κυλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να έχει κυλήσει
να έχει κυλιστεί
εμείς — we
να έχουμε κυλήσει
να έχουμε κυλιστεί
εσείς — you (plural / polite)
να έχετε κυλήσει
να έχετε κυλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να έχουν κυλήσει
να έχουν κυλιστεί
Προστακτική — Imperative
Aspect
Active: εσύ
Active: εσείς
Passive: εσύ
Passive: εσείς
Continuous
κύλα, κύλαγε
κυλάτε
—
—
Simple
κύλησε
κυλήστε
κυλίσου
κυλιστείτε
Μετοχές και χρήση — Participles and usage
Κυλάω / κυλώ can describe rolling, flowing water, or time passing. Κυλιέμαι often means to roll around. Note the spelling contrast κύλησα / κυλήσει versus κυλίστηκα / κυλιστεί.
Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Το νερό κυλάει στο ποτάμι.
The water flows in the river.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κυλάω .