κυβερνάω (kubernao) — to govern; to steer

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κυβερνάω — to govern; to steer.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κυβερνάω, κυβερνώ κυβερνιέμαι
εσύ — you κυβερνάς κυβερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κυβερνάει, κυβερνά κυβερνιέται
εμείς — we κυβερνάμε, κυβερνούμε κυβερνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κυβερνάτε κυβερνιέστε, κυβερνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κυβερνάν(ε), κυβερνούν(ε) κυβερνιούνται, κυβερνιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κυβερνούσα, κυβέρναγα κυβερνιόμουν(α)
εσύ — you κυβερνούσες, κυβέρναγες κυβερνιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κυβερνούσε, κυβέρναγε κυβερνιόταν(ε)
εμείς — we κυβερνούσαμε, κυβερνάγαμε κυβερνιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κυβερνούσατε, κυβερνάγατε κυβερνιόσαστε, κυβερνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κυβερνούσαν(ε), κυβέρναγαν, κυβερνάγανε κυβερνιόνταν(ε), κυβερνιούνταν, κυβερνιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κυβέρνησα κυβερνήθηκα
εσύ — you κυβέρνησες κυβερνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κυβέρνησε κυβερνήθηκε
εμείς — we κυβερνήσαμε κυβερνηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κυβερνήσατε κυβερνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κυβέρνησαν, κυβερνήσαν(ε) κυβερνήθηκαν, κυβερνηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κυβερνήσει έχω κυβερνηθεί
εσύ — you έχεις κυβερνήσει έχεις κυβερνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κυβερνήσει έχει κυβερνηθεί
εμείς — we έχουμε κυβερνήσει έχουμε κυβερνηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κυβερνήσει έχετε κυβερνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κυβερνήσει έχουν κυβερνηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κυβερνήσει είχα κυβερνηθεί
εσύ — you είχες κυβερνήσει είχες κυβερνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κυβερνήσει είχε κυβερνηθεί
εμείς — we είχαμε κυβερνήσει είχαμε κυβερνηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κυβερνήσει είχατε κυβερνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κυβερνήσει είχαν κυβερνηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κυβερνάω, θα κυβερνώ θα κυβερνιέμαι
εσύ — you θα κυβερνάς θα κυβερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κυβερνάει, θα κυβερνά θα κυβερνιέται
εμείς — we θα κυβερνάμε, θα κυβερνούμε θα κυβερνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κυβερνάτε θα κυβερνιέστε, θα κυβερνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κυβερνάν(ε), θα κυβερνούν(ε) θα κυβερνιούνται, θα κυβερνιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κυβερνήσω θα κυβερνηθώ
εσύ — you θα κυβερνήσεις θα κυβερνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κυβερνήσει θα κυβερνηθεί
εμείς — we θα κυβερνήσουμε, θα κυβερνήσομε θα κυβερνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κυβερνήσετε θα κυβερνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κυβερνήσουν(ε) θα κυβερνηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κυβερνήσει θα έχω κυβερνηθεί
εσύ — you θα έχεις κυβερνήσει θα έχεις κυβερνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κυβερνήσει θα έχει κυβερνηθεί
εμείς — we θα έχουμε κυβερνήσει θα έχουμε κυβερνηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κυβερνήσει θα έχετε κυβερνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κυβερνήσει θα έχουν κυβερνηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κυβερνάω, να κυβερνώ να κυβερνιέμαι
εσύ — you να κυβερνάς να κυβερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κυβερνάει, να κυβερνά να κυβερνιέται
εμείς — we να κυβερνάμε, να κυβερνούμε να κυβερνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κυβερνάτε να κυβερνιέστε, να κυβερνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κυβερνάν(ε), να κυβερνούν(ε) να κυβερνιούνται, να κυβερνιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κυβερνήσω να κυβερνηθώ
εσύ — you να κυβερνήσεις να κυβερνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κυβερνήσει να κυβερνηθεί
εμείς — we να κυβερνήσουμε, να κυβερνήσομε να κυβερνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κυβερνήσετε να κυβερνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κυβερνήσουν(ε) να κυβερνηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κυβερνήσει να έχω κυβερνηθεί
εσύ — you να έχεις κυβερνήσει να έχεις κυβερνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κυβερνήσει να έχει κυβερνηθεί
εμείς — we να έχουμε κυβερνήσει να έχουμε κυβερνηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κυβερνήσει να έχετε κυβερνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κυβερνήσει να έχουν κυβερνηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κυβέρνα, κυβέρναγε κυβερνάτε — —
Simple κυβέρνησε κυβερνήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κυβερνάω / κυβερνώ can mean to govern a country or steer a vessel.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κυβέρνησε τη χώρα για τέσσερα χρόνια.

She governed the country for four years.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κυβερνάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kubernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kubernao/