Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βομβαρδίζω — to bombard, bomb

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βομβαρδίζω — to bombard; to bomb

Also used figuratively: βομβαρδίζω κάποιον με ερωτήσεις or πληροφορίες.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βομβαρδίζω βομβαρδίζομαι
εσύ — you βομβαρδίζεις βομβαρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βομβαρδίζει βομβαρδίζεται
εμείς — we βομβαρδίζουμε, βομβαρδίζομε βομβαρδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βομβαρδίζετε βομβαρδίζεστε, βομβαρδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βομβαρδίζουν(ε) βομβαρδίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βομβάρδιζα βομβαρδιζόμουν(α)
εσύ — you βομβάρδιζες βομβαρδιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βομβάρδιζε βομβαρδιζόταν(ε)
εμείς — we βομβαρδίζαμε βομβαρδιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βομβαρδίζατε βομβαρδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βομβάρδιζαν, βομβαρδίζαν(ε) βομβαρδίζονταν, βομβαρδιζόντανε, βομβαρδιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βομβάρδισα βομβαρδίστηκα
εσύ — you βομβάρδισες βομβαρδίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βομβάρδισε βομβαρδίστηκε
εμείς — we βομβαρδίσαμε βομβαρδιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βομβαρδίσατε βομβαρδιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βομβάρδισαν, βομβαρδίσαν(ε) βομβαρδίστηκαν, βομβαρδιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βομβαρδίσει έχω βομβαρδιστεί
εσύ — you έχεις βομβαρδίσει έχεις βομβαρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βομβαρδίσει έχει βομβαρδιστεί
εμείς — we έχουμε βομβαρδίσει έχουμε βομβαρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βομβαρδίσει έχετε βομβαρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βομβαρδίσει έχουν βομβαρδιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βομβαρδίσει είχα βομβαρδιστεί
εσύ — you είχες βομβαρδίσει είχες βομβαρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βομβαρδίσει είχε βομβαρδιστεί
εμείς — we είχαμε βομβαρδίσει είχαμε βομβαρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βομβαρδίσει είχατε βομβαρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βομβαρδίσει είχαν βομβαρδιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βομβαρδίζω θα βομβαρδίζομαι
εσύ — you θα βομβαρδίζεις θα βομβαρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βομβαρδίζει θα βομβαρδίζεται
εμείς — we θα βομβαρδίζουμε, θα βομβαρδίζομε θα βομβαρδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βομβαρδίζετε θα βομβαρδίζεστε, θα βομβαρδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βομβαρδίζουν(ε) θα βομβαρδίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βομβαρδίσω θα βομβαρδιστώ
εσύ — you θα βομβαρδίσεις θα βομβαρδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βομβαρδίσει θα βομβαρδιστεί
εμείς — we θα βομβαρδίσουμε / θα βομβαρδίσομε θα βομβαρδιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βομβαρδίσετε θα βομβαρδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βομβαρδίσουν(ε) θα βομβαρδιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βομβαρδίσει θα έχω βομβαρδιστεί
εσύ — you θα έχεις βομβαρδίσει θα έχεις βομβαρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βομβαρδίσει θα έχει βομβαρδιστεί
εμείς — we θα έχουμε βομβαρδίσει θα έχουμε βομβαρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βομβαρδίσει θα έχετε βομβαρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βομβαρδίσει θα έχουν βομβαρδιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βομβαρδίζω να βομβαρδίζομαι
εσύ — you να βομβαρδίζεις να βομβαρδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βομβαρδίζει να βομβαρδίζεται
εμείς — we να βομβαρδίζουμε, να βομβαρδίζομε να βομβαρδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βομβαρδίζετε να βομβαρδίζεστε, να βομβαρδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βομβαρδίζουν(ε) να βομβαρδίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βομβαρδίσω να βομβαρδιστώ
εσύ — you να βομβαρδίσεις να βομβαρδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βομβαρδίσει να βομβαρδιστεί
εμείς — we να βομβαρδίσουμε, να βομβαρδίσομε να βομβαρδιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να βομβαρδίσετε να βομβαρδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βομβαρδίσουν(ε) να βομβαρδιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βομβαρδίσει να έχω βομβαρδιστεί
εσύ — you να έχεις βομβαρδίσει να έχεις βομβαρδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βομβαρδίσει να έχει βομβαρδιστεί
εμείς — we να έχουμε βομβαρδίσει να έχουμε βομβαρδιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βομβαρδίσει να έχετε βομβαρδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βομβαρδίσει να έχουν βομβαρδιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βομβάρδιζε βομβαρδίζετε — —
Simple βομβάρδισε βομβαρδίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: βομβάρδισα; passive past: βομβαρδίστηκα.
  • Simple future plural: θα βομβαρδίσουμε / θα βομβαρδίσομε. Θα βομβαρδίζομε is imperfective.
  • βομβαρδίζοντας — bombarding; βομβαρδιζόμενος, βομβαρδιζόμενη, βομβαρδιζόμενο — being bombarded; έχοντας βομβαρδίσει — having bombarded.
  • βομβαρδισμένος, βομβαρδισμένη, βομβαρδισμένο describes a state or result.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative: μη βομβαρδίζεις / μη βομβαρδίσεις. Passive commands are not ordinary learner instructions.

Τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις.

They bombarded him with questions.

Βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με πληροφορίες.

We are bombarded with information every day.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βομβαρδίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bombardizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /bombardizo/