Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
ανακατεύω · to stir; to mix
Passive/middle: ανακατεύομαι.
Ανακατεύω τη σούπα. — I stir the soup.
Different constructions: ανακατεύομαι σε μια υπόθεση means to get involved/interfere in a matter; ανακατεύεται το στομάχι μου means I feel sick. Do not interpret every passive-form use as being mixed by someone.
Perfect versus state: έχω ανακατέψει / έχω ανακατευτεί are the perfect forms. Είναι ανακατεμένο describes something as mixed, jumbled or disturbed, depending on context.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακατεύω | ανακατεύομαι |
| εσύ · you | ανακατεύεις | ανακατεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακατεύει | ανακατεύεται |
| εμείς · we | ανακατεύουμε, ανακατεύομε | ανακατευόμαστε |
| εσείς · you | ανακατεύετε | ανακατεύεστε, ανακατευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακατεύουν(ε) | ανακατεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακάτευα | ανακατευόμουν(α) |
| εσύ · you | ανακάτευες | ανακατευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακάτευε | ανακατευόταν(ε) |
| εμείς · we | ανακατεύαμε | ανακατευόμαστε, ανακατευόμασταν |
| εσείς · you | ανακατεύατε | ανακατευόσαστε, ανακατευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακάτευαν, ανακατεύαν(ε) | ανακατεύονταν, ανακατευόντανε, ανακατευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακάτεψα | ανακατεύτηκα |
| εσύ · you | ανακάτεψες | ανακατεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακάτεψε | ανακατεύτηκε |
| εμείς · we | ανακατέψαμε | ανακατευτήκαμε |
| εσείς · you | ανακατέψατε | ανακατευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακάτεψαν, ανακατέψαν(ε) | ανακατεύτηκαν, ανακατευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ανακατέψει | έχω ανακατευτεί |
| εσύ · you | έχεις ανακατέψει | έχεις ανακατευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανακατέψει | έχει ανακατευτεί |
| εμείς · we | έχουμε ανακατέψει | έχουμε ανακατευτεί |
| εσείς · you | έχετε ανακατέψει | έχετε ανακατευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανακατέψει | έχουν ανακατευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ανακατέψει | είχα ανακατευτεί |
| εσύ · you | είχες ανακατέψει | είχες ανακατευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανακατέψει | είχε ανακατευτεί |
| εμείς · we | είχαμε ανακατέψει | είχαμε ανακατευτεί |
| εσείς · you | είχατε ανακατέψει | είχατε ανακατευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανακατέψει | είχαν ανακατευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανακατεύω | θα ανακατεύομαι |
| εσύ · you | θα ανακατεύεις | θα ανακατεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανακατεύει | θα ανακατεύεται |
| εμείς · we | θα ανακατεύουμε, θα ανακατεύομε | θα ανακατευόμαστε |
| εσείς · you | θα ανακατεύετε | θα ανακατεύεστε, θα ανακατευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανακατεύουν(ε) | θα ανακατεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανακατέψω | θα ανακατευτώ |
| εσύ · you | θα ανακατέψεις | θα ανακατευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανακατέψει | θα ανακατευτεί |
| εμείς · we | θα ανακατέψουμε, θα ανακατέψομε | θα ανακατευτούμε |
| εσείς · you | θα ανακατέψετε | θα ανακατευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανακατέψουν(ε) | θα ανακατευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανακατέψει | θα έχω ανακατευτεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανακατέψει | θα έχεις ανακατευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανακατέψει | θα έχει ανακατευτεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανακατέψει | θα έχουμε ανακατευτεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανακατέψει | θα έχετε ανακατευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανακατέψει | θα έχουν ανακατευτεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανακατεύω | να ανακατεύομαι |
| εσύ · you | να ανακατεύεις | να ανακατεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανακατεύει | να ανακατεύεται |
| εμείς · we | να ανακατεύουμε, να ανακατεύομε | να ανακατευόμαστε |
| εσείς · you | να ανακατεύετε | να ανακατεύεστε, να ανακατευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανακατεύουν(ε) | να ανακατεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανακατέψω | να ανακατευτώ |
| εσύ · you | να ανακατέψεις | να ανακατευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανακατέψει | να ανακατευτεί |
| εμείς · we | να ανακατέψουμε, να ανακατέψομε | να ανακατευτούμε |
| εσείς · you | να ανακατέψετε | να ανακατευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανακατέψουν(ε) | να ανακατευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανακατέψει | να έχω ανακατευτεί |
| εσύ · you | να έχεις ανακατέψει | να έχεις ανακατευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανακατέψει | να έχει ανακατευτεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανακατέψει | να έχουμε ανακατευτεί |
| εσείς · you | να έχετε ανακατέψει | να έχετε ανακατευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανακατέψει | να έχουν ανακατευτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανακάτευε / ανακατεύετε.
Simple active: ανακάτεψε / ανακατέψτε.
Simple passive: ανακατέψου / ανακατευτείτε; use depends on the meaning and context.
Ανακατέψτε καλά το μείγμα. — Mix the mixture well. Μην ανακατεύεσαι. — Do not interfere.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανακατεύοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας ανακατέψει / έχοντας ανακατευτεί.
Passive participle: ανακατεμένος, ανακατεμένη, ανακατεμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: ανακατέψει / ανακατευτεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anakateuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.