Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ανακατεύω — to stir, mix

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανακατεύω · to stir; to mix

Passive/middle: ανακατεύομαι.

Ανακατεύω τη σούπα. — I stir the soup.

Different constructions: ανακατεύομαι σε μια υπόθεση means to get involved/interfere in a matter; ανακατεύεται το στομάχι μου means I feel sick. Do not interpret every passive-form use as being mixed by someone.

Perfect versus state: έχω ανακατέψει / έχω ανακατευτεί are the perfect forms. Είναι ανακατεμένο describes something as mixed, jumbled or disturbed, depending on context.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακατεύωανακατεύομαι
εσύ · youανακατεύειςανακατεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακατεύειανακατεύεται
εμείς · weανακατεύουμε, ανακατεύομεανακατευόμαστε
εσείς · youανακατεύετεανακατεύεστε, ανακατευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακατεύουν(ε)ανακατεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακάτευαανακατευόμουν(α)
εσύ · youανακάτευεςανακατευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακάτευεανακατευόταν(ε)
εμείς · weανακατεύαμεανακατευόμαστε, ανακατευόμασταν
εσείς · youανακατεύατεανακατευόσαστε, ανακατευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακάτευαν, ανακατεύαν(ε)ανακατεύονταν, ανακατευόντανε, ανακατευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακάτεψαανακατεύτηκα
εσύ · youανακάτεψεςανακατεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακάτεψεανακατεύτηκε
εμείς · weανακατέψαμεανακατευτήκαμε
εσείς · youανακατέψατεανακατευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακάτεψαν, ανακατέψαν(ε)ανακατεύτηκαν, ανακατευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ανακατέψειέχω ανακατευτεί
εσύ · youέχεις ανακατέψειέχεις ανακατευτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανακατέψειέχει ανακατευτεί
εμείς · weέχουμε ανακατέψειέχουμε ανακατευτεί
εσείς · youέχετε ανακατέψειέχετε ανακατευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανακατέψειέχουν ανακατευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ανακατέψειείχα ανακατευτεί
εσύ · youείχες ανακατέψειείχες ανακατευτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανακατέψειείχε ανακατευτεί
εμείς · weείχαμε ανακατέψειείχαμε ανακατευτεί
εσείς · youείχατε ανακατέψειείχατε ανακατευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανακατέψειείχαν ανακατευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανακατεύωθα ανακατεύομαι
εσύ · youθα ανακατεύειςθα ανακατεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανακατεύειθα ανακατεύεται
εμείς · weθα ανακατεύουμε, θα ανακατεύομεθα ανακατευόμαστε
εσείς · youθα ανακατεύετεθα ανακατεύεστε, θα ανακατευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανακατεύουν(ε)θα ανακατεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανακατέψωθα ανακατευτώ
εσύ · youθα ανακατέψειςθα ανακατευτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανακατέψειθα ανακατευτεί
εμείς · weθα ανακατέψουμε, θα ανακατέψομεθα ανακατευτούμε
εσείς · youθα ανακατέψετεθα ανακατευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανακατέψουν(ε)θα ανακατευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ανακατέψειθα έχω ανακατευτεί
εσύ · youθα έχεις ανακατέψειθα έχεις ανακατευτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανακατέψειθα έχει ανακατευτεί
εμείς · weθα έχουμε ανακατέψειθα έχουμε ανακατευτεί
εσείς · youθα έχετε ανακατέψειθα έχετε ανακατευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανακατέψειθα έχουν ανακατευτεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανακατεύωνα ανακατεύομαι
εσύ · youνα ανακατεύειςνα ανακατεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανακατεύεινα ανακατεύεται
εμείς · weνα ανακατεύουμε, να ανακατεύομενα ανακατευόμαστε
εσείς · youνα ανακατεύετενα ανακατεύεστε, να ανακατευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανακατεύουν(ε)να ανακατεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανακατέψωνα ανακατευτώ
εσύ · youνα ανακατέψειςνα ανακατευτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανακατέψεινα ανακατευτεί
εμείς · weνα ανακατέψουμε, να ανακατέψομενα ανακατευτούμε
εσείς · youνα ανακατέψετενα ανακατευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανακατέψουν(ε)να ανακατευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ανακατέψεινα έχω ανακατευτεί
εσύ · youνα έχεις ανακατέψεινα έχεις ανακατευτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανακατέψεινα έχει ανακατευτεί
εμείς · weνα έχουμε ανακατέψεινα έχουμε ανακατευτεί
εσείς · youνα έχετε ανακατέψεινα έχετε ανακατευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανακατέψεινα έχουν ανακατευτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανακάτευε / ανακατεύετε.

Simple active: ανακάτεψε / ανακατέψτε.

Simple passive: ανακατέψου / ανακατευτείτε; use depends on the meaning and context.

Ανακατέψτε καλά το μείγμα. — Mix the mixture well. Μην ανακατεύεσαι. — Do not interfere.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανακατεύοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας ανακατέψει / έχοντας ανακατευτεί.

Passive participle: ανακατεμένος, ανακατεμένη, ανακατεμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: ανακατέψει / ανακατευτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anakateuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /anakateuo/